ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ


Δράμα


Έβρος


Καβάλα


Ξάνθη


Ροδόπη


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Ημαθία


Θεσσαλονίκη


Κιλκίς


Πέλλα


Πιερία


Σέρρες


Χαλκιδική


ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Γρεβενών


Καστοριάς


Φλώρινα


ΗΠΕΙΡΟΣ


Άρτα


Θεσπρωτία


Ιωαννίνα


Πρέβεζα


ΘΕΣΣΑΛΙΑ


Καρδίτσα


Λαρίσα


Μαγνησία


Τρικάλα


ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ


Ζάκυνθος


Κεφαλληνία


Κέρκυρα


Λευκάδα


ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ


Αιτωλαακαρνανία


Αχαϊα


Ηλεία


ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ


Βοιωτία


Ευβοίας


Ευρυτανία


Φθιώτιδα


Φωκίδα


ΑΤΤΙΚΗ


ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ


Αργολίδα


Αρκαδία


Κορινθία


Λακωνία


Μεσσηνία


ΒΟΡΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟ


Λέσβο


Σάμο


Χίο


ΝΟΤΙΟ ΑΙΓΑΙΟ


Δωδεκανήσα


Κυκλάδες


ΚΡΗΤΗ


Ηράκλειο


Λασίθιο


Ρέθυμνο


Χανιά


Ελλάδα


1.Το άρθρο 69 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούναι για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.

     Προτεινόμενο κείμενο

«Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νοµικού προσώπου, ή, αν τα συµφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νοµικού προσώπου, ο ειρηνοδίκης διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννοµο συµφέρον».

  • 5 Ιανουαρίου 2012 08:01:52
    Παλιοδήμος Γιώργος

    Σημαντική υπηρεσία η οποία θα μας φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ειδικά εαν εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 03:33:41
    ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΝΙΟΣ

    Ο ΔΣΑ, στην προσπάθεια του να συμβάλει ουσιαστικά στην Δημόσια Διαβούλευση για το σχέδιο νόμου σχετικά με την «για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας» το οποίο αποτελεί νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συμμετέχει ουσιαστικά στον διάλογο αυτό. Στα πλαίσια δε των δημόσιων διαβουλεύσεων δημιούργησε ένα πρότυπο από την άποψη δομής, κωδικοποίησης και περιεχομένου μοντέλο, το οποίο επιτρέπει στον έλληνα νομικό, αλλά και στον πολίτη να έχει πλήρη, εικόνα των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων αλλά και πλήρη εικόνα των μεταβολών που θα επιφέρουν στις ισχύουσες διατάξεις.


2. Το άρθρο 73 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν ο νόμος ή η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζουν διαφορετικά ή το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετικά, η εκκαθάριση γίνεται από εκείνους που έχουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου. Αν δεν υπάρχουν, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές.


     Προτεινόμενο κείμενο

«Αν ο νόµος ή η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζουν διαφορετικά ή το αρµόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετικά, η εκκαθάριση γίνεται από εκείνους που έχουν τη διοίκηση του νοµικού προσώπου. Αν δεν υπάρχουν, ο ειρηνοδίκης διορίζει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές».

  • 12 Ιανουαρίου 2012 22:15:01
    Παντελής Γαγάνης

    Μηπως εχετε κάνει καποιο λάθος?? Το σημερινο 73 δεν λέει αυτά


3. Το άρθρο 81 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει: 1. να δημοσιευτεί στον τύπο περίληψη του καταστατικού με τα ουσιώδη στοιχεία του 2. να εγγραφεί το σωματείο στο βιβλίο των σωματείων. Η εγγραφή αυτή περιλαμβάνει το όνομα και την έδρα του σωματείου, τη χρονολογία του καταστατικού, τα μέλη της διοίκησης και τους όρους που την περιορίζουν.Το καταστατικό βεβαιώνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και κατατίθεται στο αρχείο του.

     Προτεινόμενο κείμενο

"Αν συντρέχουν οι νόµιµοι όροι, ο ειρηνοδίκης διατάσσει: 1. Να δηµοσιευθεί στον τύπο περίληψη του καταστατικού µε τα ουσιώδη στοιχεία του, 2. να εγγραφεί το σωµατείο στο βιβλίο των σωµατείων. Η εγγραφή αυτή περιλαµβάνει το όνοµα και την έδρα του σωµατείου, τη χρονολογία του καταστατικού, τα µέλη της διοίκησης και τους όρους που την περιορίζουν. Το καταστατικό επικυρώνεται από τον ειρηνοδίκη, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου ". 

  • 16 Φεβρουαρίου 2012 20:57:18
    Κάτια Βασιλοπούλου

    Συμφωνώ απόλυτα με τους συναδέλφους. Εφόσον η νομιμότητά του ελέγχεται από το Δικαστή, ποιό είναι το νόημα της περαιτέρω επίδοσης στον Εισαγγελέα; Επιπλέον επιδόσεις = επιπλέον επιβάρυνση του πελάτη, για ένα θέμα που δεν άπτεται κατά τη γνώμη μου εισαγγελικού ενδιαφέροντος.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 22:19:55
    Παντελής Γαγάνης

    Γιατι αν πληρωνει ο διαδικος μια επι πλεον επίδοση ενος πολυσελιδου κειμένου με αυξημένο κόστος? Γιατι (αφου πρέπει σωνει και καλά ολόκληρο το καταστατικό να επιδοθει στον Εισαγγελέα, ενω έως σημερα δεν χρειαζόταν) να μην το απσοτελλει το Ειρηνοδικείο αυτεπαγγελτως? και πως πατασσεται η γρφαφειοκρατεία και επιταχύτεαι η απονομη δικαιοσύνης όταν βαζουμε τον δυστυχη Εισαγγελέα να διαβάζει κατεβατα ολοκληρα καταστατικών// (θεωρώ ότι πραγματι τα διαβάζει, διοτι αλλοιως δεν εχει νόημα η επιδοση)

  • 5 Ιανουαρίου 2012 03:42:27
    Γεώργιος Πάτρας

    Δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο που πρέπει να υπάρχει και η επιπρόσθετη επίδοση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος νομικός ή άλλης εννομης ανάγκης να κοινοποιείται το καταστατικό που ήδη έχει διέλθει το βάσανο της αστικής δίκης και της δημοσίευσης στον τύπο και το βιβλίο δημοσιεύσεων να πρέπει να κοινοποιέιται και στο Εισαγγελέα. Το μόνο που αντιλαμβάνομαι ότι κάτι τέτοιο συντελεί στην αύξηση του κόσους της υπόθεσης και στην θηρίο της γραφειοκρατίας.


4. Το άρθρο 82 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Η απόφαση του πρωτοδικείου υπόκειται μόνο σε έφεση. Την απόφαση που απορρίπτει την αίτηση έχει το δικαίωμα να εκκαλέσει μόνο αυτός που είχε υποβάλει την αίτηση. Την απόφαση που δέχεται την αίτηση έχει το δικαίωμα να εκκαλέσει μόνο η εποπτεύουσα αρχή

     Προτεινόμενο κείμενο

"Τη διαταγή του ειρηνοδίκη  που απορρίπτει την αίτηση έχει δικαίωµα να ανακόψει µόνο εκείνος που την είχε υποβάλει. Τη διαταγή που δέχεται την αίτηση έχει δικαίωµα να ανακόψει µόνο ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης της εποπτεύουσας αρχής καθώς και κάθε τρίτος που έχει έννοµο συµφέρον "

  • 5 Ιανουαρίου 2012 19:22:56
    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

    Εφόσον απαληφθεί η υποχρέωση κοινοποίησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών από το προτεινόμενο άρθρο 81 παρέλκει το δικαίωμα έφεσης από τον ίδιο.


5. Το άρθρο 83 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Το σωματείο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο. Η εγγραφή γίνεται μόλις η απόφαση που τη διατάζει γίνει τελεσίδικη.

     Προτεινόμενο κείμενο

"Το σωµατείο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγµή που θα εγγραφεί στο βιβλίο. Η εγγραφή γίνεται µε την έκδοση της διαταγής του άρθρου 81"


Το άρθρο 346 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Ο οφειλέτης χρηµατικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήµερος, οφείλει νόµιµους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωµής για το ληξιπρόθεσµο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες µονάδες ανώτερο του τόκου υπερηµερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από τον νόµο ή µε δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν πριν την συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συµβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωµής αντιστοίχως. Με αίτηµα του εναγοµένου, το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιµώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση µε τον νόµιµο ή συµβατικό τόκο υπερηµερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόµενες χρηµατικές απαιτήσεις. Από την δηµοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηµατική οφειλή, ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωµής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες µονάδες ανώτερο του τόκου υπερηµερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο µέσο κατά της οριστικής απόφασης".

  • 20 Φεβρουαρίου 2012 22:10:20
    Γεώργιος Γεωργούλας

    Απαράδεκτη η προτεινόμενη τροποποίηση. Εξουθενώνει τον εκάστοτε οφειλέτη. Προκαλεί δε εντύπωση ότι δεν τίθεται σε ισχύ εάν ο οφειλέτης δεν ασκήσει τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα. Εκβιασμός με νομοθετικό μανδύα.

  • 16 Φεβρουαρίου 2012 21:10:55
    Κάτια Βασιλοπούλου

    1. Αναφορικά με τη δυνητική μη ισχύ της προσαύξησης του 2% είναι τουλάχιστον εκβιαστικού χαρακτήρα προς τον οφειλέτη, αφού περιστέλλει το δικαίωμά του να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, προσφέροντας σε "αντάλλαγμα" μείωση των τόκων..Ομοίως και στην άσκηση ενδίκων μέσων, καταφανώς "απειλητική" λογική που επί της ουσίας εμμέσως στερεί το δικαίωμα πρόσβασης σε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Το νόημα της διάταξης ποιό είναι ακριβώς; Να μην προσφεύγουν οι πολίτες στα Δικαστήρια (ωστε να επιτευχθεί η περίφημη επιτάχυνση) με αντίτιμο μια πιο "ευνοϊκή μεταχείριση" στο θέμα των τόκων;;Ίσως νόμιμο αλλά όχι ηθικό κίνητρο... 2. Σε ό,τι αφορά την δυνατότητα του Δικαστή να επιδικάσει το νόμιμο/συμβατικό τόκο, η εξειδίκευση της αόριστης έννοιας των "περιστάσεων" αφήνει πολύ μεγάλα περιθώρια "λάθους" και άρα ανοίγει το δρόμο για άσκηση ενδίκων μέσων αποκλειστικά και μόνο για εσφαλμένη εκτίμηση των περιστάσεων, οδηγώντας στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ρύθμιση του νόμου πρέπει να παραμείνει ως έχει.

  • 17 Ιανουαρίου 2012 08:09:58
    Αγαμεμνων Τάτσης

    Απαράδεκτη και κατάφωρα αντισυνταγματική ρύθμιση. Περιστέλει αδικαιολόγητα τη δυνατότητα του πολίτη να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 19:16:03
    Χριστονάκη Πελαγία

    Διάταξη που φωτογραφίζει συγκεκριμένη κατηγορία δανειστών.

  • 9 Ιανουαρίου 2012 22:46:42
    ΛΟΥΚΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

    Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΤΑΦΟΡΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΑΦΟΥ ΤΟΝ ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΤΟΚΟ ΝΑ ΑΠΕΜΠΟΛΕΙ ΔΙΚΑΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΈΧΕΙ ΔΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ . ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ . 09/01/2012

  • 6 Ιανουαρίου 2012 02:57:32
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ακατανόητη και απαράδεκτη δικαιολογικώς η ρύθμιση, όσο και περιττή, υποκρύπτουσα μόνο νομοθετικά κίνητρα αποφυγής δικαστικής επιλύσεως των διαφορών, καθώς ασκεί υπέρμετρη πίεση στον εκάστοτε οφειλέτη προς "συμβιβαστική επίλυση" διαφοράς, όταν μάλιστα ο ίδιος μπορεί να διατηρεί σοβαρούς νόμιμους λόγους ή ισχυρισμούς κατά της απαιτήσεως, οι οποίοι θα πρέπει να τεθούν στην βάσανο δικαστικής κρίσεως. Ποιό το νόημα τηα προασυξήσεως στον ήδη ισχύοντα τόκο επιδικίας κατά 2%;;Πραγματικά η διάταξη έχει μόνο υπέρμετρα τιμωρητικό χαρακτήρα και θίγει το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο, ιδίως όταν επί δεκαετίες έχει λειτουργήσει ομαλώς το ισχύον σύστημα και όταν στην σημερινή οικονομική ιδίως συγκυρία, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος αυξήσεως των τόκων επιδικίας. Επιπλέον είναι ανεπίτρεπτο ο δικαστής να αναλαμβάνει επιπρόσθετο δικανικό φόρτο με την παρεχόμενη δικανική ευχέρεια μη επιδικάσεως των επιπλέον τόκων, η οποία μάλιστα μπορεί να τον εκθέσει και σε υπόνοιες μεροληψίας, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι εξόχως ασαφή τα νομοθετικά κριτήρια της κατ`εκτιμήσιν ρων περιστάσεων(;) επιδικάσεως ή μη της προασυξήσεως του τόκου. Απαράδεκτη εξίσου και η επιπλέον προσαύξηση κατά 3% του τόκου επιδικίας μετά την δημοσίευση της αποφάσεως επί αγωγής ή επί απορρίψεως ανακοπής, αφού προφανώς στοχεύει στην αντισυνταγματική και παράλογη άσκηση πιέσεως περί μη προσφυγής στα δικαστήρια ενός οφειλέτη, ο οποίος μπορεί να είναι και καλόπιστος.Η "εξαγορά" της απαλείψεως της προασυξήσεως με την μη άσκηση ενδίκων μέσων είναι εξίσου απαράδεκτη, αφού ο νομοθέτης θίγει το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων ανεπίτρεπτα συνδέοντας το με υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση. Αρκεί θεωρώ το ισχύον σύστημα υπολογισμού τόκων επιδικίας και η παρούσα ρύθμιση μόνο υπόνοιες αντισυνταγματικότητας μπορεί να εγείρει, καθόσον προφανώς στοχεύει στην παρεμπόδιση του δικαιώματος προφυγής στα δικαστήρια τουλάχιστον των ασθενεστέρων οικονομικώς.Πρέπει να αποσυρθεί τελείως.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 22:26:23
    Καλογριδάκης Ιωάννης

    Προβληματική ρύθμιση, ασύμβατη με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες πλήρεις και σαφέστατες διατάξεις, η οποία μάλιστα αφήνει ευρύτατα περιθώρια ερμηνείας - ενδεχομένως και αυθαιρεσίας - πλήττοντας έτσι την ασφάλεια δικαίου. Ουδεμία σκοπιμότητα δείχνει να εξυπηρετεί η θέσπισή της, σε καμία δε περίπτωση το στόχο της επιτάχυνσης στη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 22:03:00
    Βερόνικα Καραβαγιοπούλου

    Εκβιαστική και τοκογλυφική διάταξη. Το πρόβλημα του φόρτου των δικαστηρίων δεν λύνεται -τουλάχιστον όχι δίκαια- με την ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση των οφειλετών.


1. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1438 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο. Το διαζύγιο απαγγέλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όταν συντρέχουν οι προυποθέσεις που ορίζονται στα επόμενα άρθρα .

     Προτεινόμενο κείμενο

Ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο."Το διαζύγιο απαγγέλλεται µε αµετάκλητη δικαστική απόφαση ή µε κοινή συµφωνία των συζύγων, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα επόµενα άρθρα".

  • 12 Ιανουαρίου 2012 22:25:41
    Παντελής Γαγάνης

    Πιστευω ότι ειναι απολύτςω σωστή ακι ευκολα εφαρμοσιμη η προταση του συναδλεφου κ. Θεοδωρόπουλου, ο οποιος λέει: "Προτείνω να μείνει η διάταξη ως έχει, αλλά οι αγωγές του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ (υπερδιετής διάσταση) να υπάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία. Υπό το ισχύον καθεστώς αναλώνεται πολυμελής σύνθεση για μία απλή διαπίστωση παρελεύσεως χρόνου, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο πινάκιο να έχει ασκόπως υπερφορτωθεί. Εάν σκοπός είναι η αποφυγή άσκοπης απασχόλησης των δικαστών, με την προτεινόμενη τροποποίηση αποδεσμεύονται δύο δικαστές (τρείς έως τώρα, ένας έπειτα), ενώ με το σχέδιο νόμου αποδεσμεύεται μόνο ένας, ο οποίος δίκαζε τις υποθέσεις των συναινετικών διαζυγίων."

  • 10 Ιανουαρίου 2012 00:34:06
    ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ

    Να εισαχθεί ο θεσμός του Οικογενειακού Δικαστή, ο οποίος θα ρυθμίζει όλα τα θέματα σε περίπτωση διαζυγίου και ειδικότερα: 1) Τη λύση του γάμου, είτε με συμφωνία των μερών, είτε με αντιδικία, οπωσδήποτε όμως με απόφαση Δικαστή να λύεται ο γάμος. 2) Να ρυθμίζει ο ίδιος Δικαστής τα θέματα των αποκτημάτων γάμου, της διατροφής τέκνων, της επικοινωνίας, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι συνεχείς δίκες με διαφορετικούς Δικαστές, οι οποίοι δεν έχουν συνολική άποψη του εκάστοτε οικογενειακού προβλήματος. Θα μπορούσε ο ορισθείς Οικογενειακός Δικαστής να μην λαμβάνει την απόφαση σε μία δικάσιμο αλλά προτείνοντας τη δική του λύση να αναβάλλει κατά περίπτωση την υπόθεση μέχρι το πολύ 2 φορές διαφορετικά να δίνει με οριστική απόφαση τη λύση στο συνολικό οικογενειακό θέμα, επιβάλλοντας ανάλογες χρηματικές ποινές ή δικαστική δαπάνη στον στρεψόδικο διάδικο.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 01:06:12
    ΚΩΝ/ΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

    Προτείνω να μείνει η διάταξη ως έχει, αλλά οι αγωγές του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ (υπερδιετής διάσταση) να υπάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία. Υπό το ισχύον καθεστώς αναλώνεται πολυμελής σύνθεση για μία απλή διαπίστωση παρελεύσεως χρόνου, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο πινάκιο να έχει ασκόπως υπερφορτωθεί. Εάν σκοπός είναι η αποφυγή άσκοπης απασχόλησης των δικαστών, με την προτεινόμενη τροποποίηση αποδεσμεύονται δύο δικαστές (τρείς έως τώρα, ένας έπειτα), ενώ με το σχέδιο νόμου αποδεσμεύεται μόνο ένας, ο οποίος δίκαζε τις υποθέσεις των συναινετικών διαζυγίων.


2. Το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Οταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο, μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο).Για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο, πρέπει ο γάμος να έχει διαρκέσει τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από την κατάθεση της αίτησης και η συμφωνία των συζύγων να δηλωθεί στο δικαστήριο, αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, σε δύο συνεδριάσεις που να απέχουν μεταξύ τους έξι τουλάχιστον μήνες. Το ειδικό πληρεξούσιο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την κάθε συνεδρίαση. Εφόσον από την πρώτη συνεδρίαση πέρασαν δύο χρόνια, η δήλωση της συμφωνίας παύει να ισχύει. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο πρέπει να προσκομίζεται έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά. Η συμφωνία επικυρώνεται από το δικαστήριο και ισχύει ώσπου να εκδοθεί απόφαση για το θέμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1513. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Οι σύζυγοι µπορούν µε έγγραφη συµφωνία να λύσουν το γάµο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την κατάρτισή της. Η συµφωνία αυτή υπογράφεται από τα συµβαλλόµενα µέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή µόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασµένοι µε ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να έχει δοθεί µέσα στον τελευταίο µήνα πριν από την υπογραφή του συµφωνητικού. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάµος πρέπει η ανωτέρω συµφωνία να συνοδεύεται µε άλλη έγγραφη συµφωνία των συζύγων που να ρυθµίζει την επιµέλεια των τέκνων και την επικοινωνία µε αυτά, η οποία ισχύει ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για το θέµα αυτό σύµφωνα µε το άρθρο 1513. Η κατά τα ανωτέρω έγγραφη συµφωνία καθώς και το τυχόν έγγραφο συµφωνητικό που αφορά την επιµέλεια και επικοινωνία των ανήλικων τέκνων υποβάλλονται  µαζί τα σχετικά γραµµάτια προείσπραξης των αµοιβών των πληρεξουσίων δικηγόρων των συµβαλλοµένων και τα ειδικά πληρεξούσια όταν απαιτείται, στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, ο Πρόεδρος του οποίου θεωρεί τις υπογραφές των δικηγόρων που υπογράφουν την έγγραφη συµφωνία λύσης του γάµου". 

  • 16 Φεβρουαρίου 2012 21:39:02
    Κάτια Βασιλοπούλου

    Η "άλλη έγγραφη συμφωνία" για την επιμέλεια και την επικοινωνία, σε περίπτωση που υπάρχουν τέκνα, μπορεί να γίνει μόνο από τους συζύγους ή και από τους δικηγόρους και με το ίδιο ή άλλο πληρεξούσιο;;; Γραμμάτια προείσπραξης δεν υπάρχουν πια!Τα σχετικά έγγραφα πώς προσκομίζονται;Και ποιός και πότε απαγγέλει τη λύση του γάμου εν τέλει;

  • 11 Ιανουαρίου 2012 19:27:53
    Χριστονάκη Πελαγία

    Τα έγγραφα, που σήμερα προσκομίζονται στο δικαστήριο (ληξιαρχικές πράξεις, πιστοποιητικά)να προσαρτώνται στο ειδικό πληρεξούσιο , στο οποίο δέον να μνημονεύεται και το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας για τη λύση αλλά και για την επικοινωνία, όπως θα έχει διαμορφωθεί από τους συζύγους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 01:06:20
    Δεληγεώργης Γιάννης

    Σύμφωνω με την ουσία της ρύθμισης. Ωστόσο διαφωνώ με την κατάργηση της δεύτερης συζήτησης!!! Ας δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία...

  • 5 Ιανουαρίου 2012 22:22:48
    Βερόνικα Καραβαγιοπούλου

    1) Δεν καθορίζονται ρητά τα προσαρτώμενα στο συμφωνητικό έγγραφα, βάσει των οποίων θα εκδίδεται το διαζύγιο (ληξιαρχική πράξη γάμου, πιστοποιητικό μη λύσης του, έγγραφα ταυτοποίησης συμβαλλομένων, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης κλπ.) ώστε να αποφευχθούν ακυρότητες. 2) Θεωρούνται μόνο οι υπογραφές των δικηγόρων. Για τις υπογραφές (ταυτοπροσωπία) των συμβαλλομένων δηλ. - και δη των αλλοδαπών- υπεύθυνοι είναι οι δικηγόροι ? 3) Γραμμάτια προείσπραξης αμοιβών (δικηγόρων) δεν υπάρχουν πια. Σήμερα (αν δεν αλλάξει πάλι κάτι) υπάρχουν γραμμάτια προκαταβολής κρατήσεων. 4) Πότε καθίσταται αμετάκλητη η λύση - Πνευματική Λύση ?

  • 5 Ιανουαρίου 2012 19:37:32
    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

    Διαφωνώ με την προτεινόμενη ρύθμιση καθότι καθιστά την λύση του γάμου πολύ εύκολη και απαξιώνει τον θεσμό του γάμου και της οικογένειας εν γένει. Επίσης αν αυτή η ρύθμιση παραμείνει ως έχει, τι συμβαίνει σε περίπτωση που αμφισβητηθεί το κύρος της έγγραφης συμφωνίας. Δεν θα πρεπε να προβλέπεται κάποιο ένδικο βοήθημα και κάποια προθεσμία προσβολής της?


2. Το άρθρο 1770 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Η μυστική διαθήκη πριν από την αποσφράγισή της για δημοσίευση εξετάζεται από το δικαστήριο, ενώ παρίσταται και ο συμβολαιογράφος και βεβαιώνεται ότι οι σφραγίδες είναι άθικτες. Κατά τη βεβαίωση ότι οι σφραγίδες είναι άθικτες μπορεί να παραστεί και όποιος έχει έννομο συμφέρον και να τις εξετάσει αφού το ζητήσει.Το δικαστήριο μπορεί πριν από την αποσφράγιση, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει τους μάρτυρες που έχουν συμπράξει στην κατάρτιση της διαθήκης, κλητεύοντάς τους με επιμέλεια εκείνου που υπέβαλε την αίτηση ή του γραμματέα του δικαστηρίου. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Η µυστική διαθήκη πριν από την αποσφράγισή της για δηµοσίευση εξετάζεται από τον ειρηνοδίκη, ενώ παρίσταται και ο συµβολαιογράφος και βεβαιώνεται ότι οι σφραγίδες είναι άθικτες. Κατά τη βεβαίωση αυτή µπορεί να παραστεί και όποιος έχει έννοµο συµφέρον και να τις εξετάσει αφού το ζητήσει. Ο ειρηνοδίκης µπορεί πριν από την αποσφράγιση, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει τους µάρτυρες που έχουν συµπράξει στην κατάρτιση της διαθήκης, κλητεύοντάς τους µε επιµέλεια εκείνου που υπέβαλε την αίτηση ή του γραµµατέα του ειρηνοδικείου". 


3. Το άρθρο 1771 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Για τη δημοσίευση της διαθήκης συντάσσεται πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1721 παρ. 4. Το πρωτότυπο στη μυστική ή έκτακτη διαθήκη με το περικάλυμμά του κατατίθεται στο αρχείο του δικαστηρίου, αφού προηγουμένως ο πρόεδρος ή ο ειρηνοδίκης σημειώσει αμέσως ιδιοχείρως στο πρωτότυπο της διαθήκης και το περικάλυμμά της τη λέξη "θεωρήθηκε", χρονολογήσει και υπογράψει τη θεώρηση. Αν η δημοσίευση γίνεται από ειρηνοδίκη, ο γραμματέας του στέλνει αμέσως στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου αντίγραφο του σχετικού πρακτικού. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Για τη δηµοσίευση της διαθήκης συντάσσεται πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωµάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1721 παρ. 4. Το πρωτότυπο στη µυστική ή έκτακτη διαθήκη µε το περικάλυµµά του κατατίθεται στο αρχείο του ειρηνοδικείου, αφού προηγουµένως ο ειρηνοδίκης σηµειώσει αµέσως ιδιοχείρως στο πρωτότυπο της διαθήκης και το περικάλυµµά της τη λέξη «θεωρήθηκε», χρονολογήσει και υπογράψει τη θεώρηση και ο γραµµατέας στέλνει αµέσως στο γραµµατέα του αρµόδιου πρωτοδικείου αντίγραφο του σχετικού πρακτικού".


4. Το άρθρο 1772 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν ο διαθέτης δεν είχε την τελευταία του κατοικία ή διαμονή στην περιφέρεια του πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου που δημοσίευσε τη διαθήκη, ο γραμματέας του δικαστηρίου στέλνει αντίγραφο του πρακτικού της δημοσίευσης στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη, για να κατατεθεί στο αρχείο του πρωτοδικείου αυτού και να συνταχθεί σχετική πράξη, που την υπογράφουν ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του δικαστηρίου που παραλαμβάνει το πρακτικό. Ομοιο αντίγραφο του πρακτικού της δημοσίευσης αποστέλλεται επίσης σε κάθε περίπτωση στο γραμματέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Αν ο διαθέτης δεν είχε την τελευταία του κατοικία ή διαµονή στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου που δηµοσίευσε τη διαθήκη, ο γραµµατέας του δικαστηρίου στέλνει αντίγραφο του πρακτικού της δηµοσίευσης στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαµονής του διαθέτη για να κατατεθεί στο αρχείο του πρωτοδικείου αυτού και να συνταχθεί σχετική πράξη που την υπογράφουν ο εισαγγελέας και ο γραµµατέας του δικαστηρίου που παραλαµβάνει το πρακτικό. Όµοιο αντίγραφο του πρακτικού της δηµοσίευσης αποστέλλεται επίσης σε κάθε περίπτωση στον γραµµατέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους".

  • 8 Ιανουαρίου 2012 13:21:45
    Χρ. Ρονίδης

    Να προστεθούν τα εξής εδάφια: "Η αποστολή αντιγράφου του πρακτικού της δηµοσίευσης στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαµονής του διαθέτη και στον γραµµατέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους", γίνεται ηλεκτρονικά με μορφή αρχείου PDF την ίδια ημέρα εκδόσεως του. Ο αιτών την δημοσίευση διαθήκης δύναται να ζητήσει την αποστολή σε αυτόν του εν λόγω πρακτικού, με αίτηση στην οποία τα εκάστοτε ισχύοντα ένσημα για την αίτηση και έκδοση επισήμου αντιγράφου (επί του παρόντος δύο ένσημα ΤΑΧΔΙΚ του 0,5 ευρώ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση του, που αναγράφει στην αίτηση του. Η εκτύπωση του αντιγράφου από τον αιτούντα, θεωρείται ακριβές αντίγραφο αυτού".


5. Το άρθρο 1773 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 Προξενική αρχή, στην οποία υπάρχει διαθήκη, οφείλει μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη, αν εδρεύει σ' αυτήν πολυμελές προξενικό δικαστήριο, να τη δημοσιεύσει σε δημόσια συνεδρίαση του προξενικού αυτού δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 1769 έως 1771 και σε κάθε άλλη περίπτωση να τη δημοσιεύσει στο προξενικό γραφείο ενώπιον δύο μαρτύρων και του γραμματέα του προξενείου, αν υπάρχει, καθώς και να συντάξει πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη. Το πρακτικό υπογράφουν ο προϊστάμενος της προξενικής αρχής, ο γραμματέας και οι μάρτυρες. Στην ιδιόγραφη, μυστική ή έκτακτη διαθήκη το πρωτότυπο με το τυχόν περικάλυμμα, αφού θεωρηθούν από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής κατά το άρθρο 1771, προσαρτώνται στο πρακτικό και φυλάγονται στα αρχεία του προξενείου.Διπλό αντίγραφο του πρακτικού αποστέλλεται από την προξενική αρχή στο υπουργείο δικαιοσύνης και αυτό στέλνει το ένα αντίγραφο στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη, για να κατατεθεί στο αρχείο αυτού του πρωτοδικείου κατά το άρθρο 1772 και το άλλο αντίγραφο στο γραμματέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Προξενική αρχή στην οποία υπάρχει διαθήκη οφείλει µόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη αν εδρεύει σ’ αυτή πολυµελές προξενικό δικαστήριο να τη δηµοσιεύσει σε δηµόσια συνεδρίαση του προξενικού αυτού δικαστηρίου, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στα άρθρα 1769 έως 1771 και σε κάθε άλλη περίπτωση να τη δηµοσιεύσει στο προξενικό γραφείο ενώπιον δύο µαρτύρων και του γραµµατέα του προξενείου, αν υπάρχει, καθώς και να συντάξει πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και το οποίο υπογράφεται από τον προϊστάµενο της προξενικής αρχής, τον γραµµατέα και τους µάρτυρες. Στην ιδιόγραφη, µυστική ή έκτακτη διαθήκη το πρωτότυπο µε το τυχόν περικάλυµµα, αφού θεωρηθούν από τον προϊστάµενο της προξενικής αρχής κατά το άρθρο 1771, προσαρτώνται στο πρακτικό και φυλάγονται στα αρχεία του προξενείου. ∆ιπλό αντίγραφο του πρακτικού αποστέλλεται από την προξενική αρχή στο υπουργείο δικαιοσύνης, διαφάνειας και ανθρωπίνων δικαιωµάτων και αυτό στέλνει το ένα αντίγραφο στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαµονής του διαθέτη, για να κατατεθεί στο αρχείο αυτού του πρωτοδικείου κατά το άρθρο 1772 και το άλλο αντίγραφο στο γραµµατέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους". 


6. Το άρθρο 1774 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Oποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη να την εμφανίσει για δημοσίευση στο πρωτοδικείο είτε της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη είτε της δικής του διαμονής. Η δημοσίευση γίνεται κατά το άρθρο 1771. Η διάταξη του άρθρου 1772 εφαρμόζεται και σ' αυτή την περίπτωση. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση µόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη να την εµφανίσει για δηµοσίευση στον ειρηνοδίκη είτε της τελευταίας κατοικίας ή διαµονής του διαθέτη είτε της δικής του διαµονής. Η δηµοσίευση γίνεται κατά το άρθρο 1771. Η διάταξη του άρθρου 1772 εφαρµόζεται και σ’ αυτήν την περίπτωση".


7. Το άρθρο 1775 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν αυτός που κατέχει την ιδιόγραφη διαθήκη διαμένει στο εξωτερικό, μπορεί να την εμφανίσει για δημοσίευση και στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1773. Σχετικά με την παράδοση στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της διαθήκης για δημοσίευση συντάσσεται πράξη, που την υπογράφουν αυτός που έλαβε και αυτός που παρέδωσε τη διαθήκη. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Αν αυτός που κατέχει την ιδιόγραφη διαθήκη διαµένει στο εξωτερικό µπορεί να την εµφανίσει για δηµοσίευση και στον προϊστάµενο της προξενικής αρχής, οπότε εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1773. Σχετικά µε την παράδοση στον προϊστάµενο της προξενικής αρχής της διαθήκης για δηµοσίευση συντάσσεται πράξη που την υπογράφουν αυτός που έλαβε και αυτός που παρέδωσε τη διαθήκη".


8. Το άρθρο 1776 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αυτός που ζητεί να δημοσιευτεί ιδιόγραφη διαθήκη ενώπιον δικαστηρίου μπορεί κατά τη δημοσίευσή της να προσαγάγει τρεις μάρτυρες, οι οποίοι μαρτυρούν ενόρκως για τη γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής του διαθέτη. Το δικαστήριο αφού ακούσει τους μάρτυρες μπορεί κατά τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης να την κηρύξει επιπλέον κύρια. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Αυτός που ζητεί να δηµοσιευθεί ιδιόγραφη διαθήκη ενώπιον του ειρηνοδίκη µπορεί κατά τη δηµοσίευσή της να προσαγάγει δύο µάρτυρες, οι οποίοι µαρτυρούν ενόρκως για τη γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής του διαθέτη. Ο ειρηνοδίκης αφού ακούσει τους µάρτυρες µπορεί κατά τη δηµοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης να την κηρύξει επιπλέον κυρία".

  • 8 Ιανουαρίου 2012 13:30:36
    Χρ. Ρονίδης

    Να λειτουργήσει τμήμα "συζήτησης" αιτήσεων δημοσίευσης κάθε μέρα. Για παράδειγμα ο Ειρηνοδίκης Υπηρεσίας συνεπικουρούμενος από γραμματέα, ευρισκόμενος στο γραφείο του, που θα θεωρηθεί ακροατήριο, θα δέχεται τις αιτήσεις, θα τις εκφωνεί, υπογράφει, θα εξετάζει μάρτυρες κλ. Να αποφευχθεί πάση το φαινόμενο των 200 υποθέσεων δημοσίευσης σε ένα πινάκιο, με την παρουσία 200 δικηγόρων, 400 μαρτύρων και πολλών διαδίκων, γνωστά στην έως τώρα διαδικασία των πρωτοδικείων. Εισηγούμαι δηλαδή να εισαχθεί ένα σύστημα παρόμοιο με την πρώτη συζήτηση συναινετικού διαζυγίου στο Πρωτοδικείο.


1. Το άρθρο 1769 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Συμβολαιογράφος, στον οποίο υπάρχει διαθήκη, οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη, αν πρόκειται για δημόσια διαθήκη, να στείλει αντίγραφό της στο γραμματέα του αρμόδιου πρωτοδικείου, και αν πρόκειται για μυστική ή έκτακτη, να την παραδώσει αυτοπροσώπως στο πρωτότυπο στο πρωτοδικείο σε δημόσια συνεδρίαση. Αρμόδιο είναι το Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συμβολαιογράφος. Αν όμως ο συμβολαιογράφος εδρεύει στην έδρα ειρηνοδικείου που βρίσκεται έξω από την έδρα πρωτοδικείου, η παράδοση αυτή μπορεί να γίνει και στον ειρηνοδίκη.Η μυστική ή έκτακτη διαθήκη που παραδόθηκε κατ' αυτό τον τρόπο δημοσιεύεται, με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1770 παρ. 2, στην ίδια συνεδρίαση. Η δημόσια διαθήκη, που έχει σταλεί στο γραμματέα των πρωτοδικών, δημοσιεύεται στην πρώτη συνεδρίαση. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Συµβολαιογράφος στον οποίο υπάρχει διαθήκη, οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση µόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, αν πρόκειται για δηµόσια διαθήκη, να στείλει αντίγραφό της στον ειρηνοδίκη, και αν πρόκειται για µυστική ή έκτακτη, να  παραδώσει αυτοπροσώπως το πρωτότυπο αυτής στον ειρηνοδίκη στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συµβολαιογράφος".

  • 16 Φεβρουαρίου 2012 21:42:58
    Κάτια Βασιλοπούλου

    Η μεταφορά δικαστηριακής ύλης από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία είναι λύση στρουθοκαμηλισμού.Μεταφέρει το πρόβλημα, αποκεντρώνοντάς το, σε περιφερειακά Ειρηνοδικεία χωρίς προσωπικό. Δεν βλέπω πώς αυτή η ενέργεια συντελεί στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης.

  • 9 Ιανουαρίου 2012 22:51:42
    ΛΟΥΚΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

    TO ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ .ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ ΕΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΙ ΣΕ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΑ ΜΕ ΕΝΑ ΔΥΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ . ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΘΑ ΑΝΑΚΥΨΕΙ ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΉΤΑΝ ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ .

  • 6 Ιανουαρίου 2012 03:12:40
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Η ρύθμιση είναι πρόχειρη και μεταφέρει άκομψα δικαστηριακή ύλη από το πρωτοδικείο στο ειρηνοδικείο, το οποίο εξίσου αντιμετωπίζει προβλήματα συσωρρεύσεως ύλης.Το πρόβημα δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές ρυθμίσεις αυτού του είδους, ούτε οι διαθήκες αποτελούν το μοναδικό ή έστω κύριο αγκάθι τς υπέρμετρης συσωρρεύσεως δικαστηριακής ύλης.Δυστυχώς όλοι γνωρίζουμε ότι το πρόβλημα λύεται με εμπλουτισμό υποδομής και προσωπικού, απλώς κωφεύουν οι νομοθετούντες για λόγους οικονομικούς.


1. Το άρθρο 1956 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Το δικαστήριο της κληρονομίας, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου, του παρέχει πιστοποιητικό για το κληρονομικό του δικαίωμα και για τη μερίδα που του αναλογεί (κληρονομητήριο). 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Ο ειρηνοδίκης του δικαστηρίου της κληρονοµίας ύστερα από αίτηση του κληρονόµου, του παρέχει πιστοποιητικό για το κληρονοµικό του δικαίωµα και τη µερίδα που του αναλογεί (κληρονοµητήριο)".

  • 12 Ιανουαρίου 2012 22:35:40
    Παντελής Γαγάνης

    Γνωριζει άρα γε κανενας στο υπουργείο για πότε δινει δικασίμους ΣΗΜΕΡΑ το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου??? Ο δυστυχισμενος κληρονομος αντι να χαρεί για την κληρονομιά του, θα κλαίει βλεποντας τα χρήματα της κληρονομιας να καθονται επι χρόνια στον Τραπεζικο λογαριασμο του διαθέτη και να τα εκμεταλλευεται η Τραπεζα, και ο ιδιος να περιμένει τό 2016 για να δικαστει η αιτηση κληρονομητηρίου και να μπορέσει να τα πάρει!!!! Εννοείται ότι ήδη εχει πληρωσει τον φόρο κληρονομίας, αλλα λεφτα δεν μπορεί να πάρει!!!! ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΧΩΡΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

  • 9 Ιανουαρίου 2012 23:00:58
    ΛΟΥΚΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

    ΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ Ο ΔΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΓΝΩΣΤΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Η ΒΕΒΑΙΩΣ ΝΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟ ΑΝΑΛΟΓΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ .

  • 8 Ιανουαρίου 2012 13:47:28
    Χρ. Ρονίδης

    Να προβλεφθεί σχηματισμός φακέλου του κληρονομουμένου στο ειρηνοδικείο που θα παραμένει εσαεί. Θα περιέχει την πρώτη και τις επόμενες δημοσιευμένες διαθήκες, θα κατατίθενται από ενδιαφερομένους, ληξιαρχική πράξη θανάτου, ΑΦΜ κληρονομουμένου και α.δ.τ. αυτού, και πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών του. Κάθε ενδιαφερόμενος θα υποβάλλει αίτηση για κληρονομητήριο για το δικό του δικαίωμα καθώς και τροποποίηση ανάκληση κλ. εκδοθέντος κληρονομητηρίου. Στον φάκελλο θα παραμένουν όλα τα κληρονομητήρια, αρχικό τροποποιηθέν, ανακληθέν κλ. Επίσης, θα κατατίθενται αποποιήσεις κληρονομίας και αποδοχές επ΄ωφελεία απογραφής. Η εισήγηση αυτή αποσκοπεί στην ταχύτερη διάγνωση των κληρονομικών δικαιωμάτων ώστε να περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας να εντάσσονται και πάλιν στην οικονομία της χώρας. Σκόπιμο είναι να εισαχθεί και ο διαχειριστής κληρονομίας γνωστός στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 21:48:35
    Μαρία Γιαννίτση

    Νομίζω, ότι όλες οι αλλαγές που σχετίζονται με την μεταφορά αρμοδιότητας στο Ειρηνοδικείο, απλώς θα δημιουργήσουν το ίδιο πρόβλημα απονομής στο Ειρηνοδικείο, το οποίο ήδη έχει επιβαρυνθεί με την αλλαγή της καθύλην αρμοδιότητας και βέβαια δεν έχει αντίστοιχα επανδρωθεί με δικαστές ή γραμματείς.


2. Το άρθρο 1958 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εκείνος που υποβάλλει την αίτηση αποδεικνύει με δημόσια έγγραφα την ακρίβεια όσων αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο να προσαχθεί δημόσιο έγγραφο, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει άλλα αποδεικτικά μέσα, υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτόν που υπέβαλε την αίτηση, να βεβαιώσει ενόρκως ότι δεν γνωρίζει κανένα γεγονός αντίθετο με τις δηλώσεις του. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Εκείνος που υποβάλει την αίτηση αποδεικνύει µε δηµόσια έγγραφα την ακρίβεια όσων αναφέρονται στο προηγούµενο άρθρο. Αν είναι αδύνατο ή ιδιαίτερα δύσκολο να προσαχθεί δηµόσιο έγγραφο, ο ειρηνοδίκης µπορεί να επιτρέπει άλλα αποδεικτικά µέσα, υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτόν που υπέβαλε την αίτηση να βεβαιώσει ενόρκως πως δε γνωρίζει κανένα γεγονός αντίθετο µε τις δηλώσεις του". 


3. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1959 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο
Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως με κάθε τρόπο,για να εξακριβώσει τις δηλώσεις εκείνου που ζητεί το κληρονομητήριο και ιδίως να διατάξει να δημοσιευθεί η αίτηση, καθορίζοντας και τον τρόπο της δημοσίευσης. Εχει επίσης δικαίωμα να διατάξει να κλητευθούν και να ακουστούν πρόσωπα που είναι πιθανό να αξιώνουν κληρονομικά δικαιώματα και ιδίως πρόσωπα τα οποία θα ήταν κληρονόμοι αν τυχόν ήταν άκυρη η διάταξη της τελευταίας βούλησης, ή πρόσωπα τα οποία έχουν δίκη που εκκρεμεί για το ίδιο κληρονομικό δικαίωμα.


 

     Προτεινόμενο κείμενο

"Ο ειρηνοδίκης έχει δικαίωµα να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως µε κάθε τρόπο για να εξακριβώσει τις δηλώσεις εκείνου που ζητεί το κληρονοµητήριο και ιδίως να διατάξει να δηµοσιευθεί η αίτηση, καθορίζοντας και τον τρόπο δηµοσίευσής της"Εχει επίσης δικαίωμα να διατάξει να κλητευθούν και να ακουστούν πρόσωπα που είναι πιθανό να αξιώνουν κληρονομικά δικαιώματα και ιδίως πρόσωπα τα οποία θα ήταν κληρονόμοι αν τυχόν ήταν άκυρη η διάταξη της τελευταίας βούλησης, ή πρόσωπα τα οποία έχουν δίκη που εκκρεμεί για το ίδιο κληρονομικό δικαίωμα.


4. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 1960 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, με αίτηση οποιουδήποτε απ' αυτούς παρέχεται κοινό κληρονομητήριο. Στην περίπτωση αυτή εκείνος που τοζητεί πρέπει να αναφέρει τα ονόματα και τις μερίδες όλων των κληρονόμων, καθώς και ότι αυτοί αποδέχτηκαν την κληρονομία και ακόμη να αποδείξει τις δηλώσεις του αυτές. Το δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει από όλους τους συγκληρονόμους να βεβαιώσουν ενόρκως ότι δεν γνωρίζουν κανένα γεγονός αντίθετο με τις δηλώσεις.

     Προτεινόμενο κείμενο

Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, με αίτηση οποιουδήποτε απ' αυτούς παρέχεται κοινό κληρονομητήριο. Στην περίπτωση αυτή εκείνος που τοζητεί πρέπει να αναφέρει τα ονόματα και τις μερίδες όλων των κληρονόμων, καθώς και ότι αυτοί αποδέχτηκαν την κληρονομία και ακόμη να αποδείξει τις δηλώσεις του αυτές.  "Ο ειρηνοδίκης µπορεί να απαιτήσει από όλους τους κληρονόµους να βεβαιώσουν ενόρκως ότι δεν γνωρίζουν κανένα γεγονός αντίθετο µε τις δηλώσεις".


5. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1961 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Το κληρονομητήριο παρέχεται μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί όσα αναφέρονται στην αίτηση.Το κληρονομητήριο αναγράφει τον κληρονόμο και, αν υπάρχουν περισσότεροι, και την κληρονομική μερίδα καθενός και ακόμη τον εκτελεστή της διαθήκης, καθώς και τον καταπιστευματοδόχο και τους όρους με τους οποίους αυτός διορίζεται. 

     Προτεινόμενο κείμενο

 «Το κληρονοµητήριο παρέχεται µόνο αν ο ειρηνοδίκης κρίνει ότι έχουν αποδειχτεί όσα αναφέρονται στην αίτηση».Το κληρονομητήριο αναγράφει τον κληρονόμο και, αν υπάρχουν περισσότεροι, και την κληρονομική μερίδα καθενός και ακόμη τον εκτελεστή της διαθήκης, καθώς και τον καταπιστευματοδόχο και τους όρους με τους οποίους αυτός διορίζεται.

  • 10 Ιανουαρίου 2012 00:46:33
    ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ

    Η διαδικασία για την έκδοση του κληρονομητηρίου θα μπορούσε να γίνει όπως γίνεται η διαδικασία για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Αν ο Ειρηνοδίκης ζητήσει ένορκες βεβαιώσεις αυτές θα μπορούσαν να δοθούν νόμιμα και να συμπληρωθεί ο φάκελος για έκδοση του κληρονομητηρίου (τύπου έκδοσης διαταγής πληρωμής).

  • 8 Ιανουαρίου 2012 14:34:13
    Χρ. Ρονίδης

    Μπορεί να καταργηθεί η έκδοση πιστοποιητικού κληρονομητηρίου από τον Γραμματέα, διότι τούτο ήταν μια αναπαραγωγή (εν μέρει) της δικαστικής απόφασης. Μόνη η απόφαση του δικαστηρίου, είναι αρκετή για κληρονομητήριο. Αποφεύγεται έτσι ανάλωση χρόνου από δύο δικαστικούς παράγοντες.


2. Στο άρθρο 17 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας προστίθεται περίπτωση 1 ως εξής και οι περιπτώσεις 1, 2 και 3 αναριθµούνται σε 2, 3 και 4 αντίστοιχα

Προγενέστερο κείμενο

Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε:

1)οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 681 Β, καθώς και εκείνες που αφορούν τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης και την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης,

2) οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων και

3) οι διαφορές που αφορούν την ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών. 

     Προτεινόμενο κείμενο

Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε:

«1) το διαζύγιο, η ακύρωση του γάµου, η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του γάµου,  οι σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάµου, οι οποίες πηγάζουν απ’ αυτόν, καθώς και εκείνες της παραγράφου 1 του άρθρου 614».

2)οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 681 Β, καθώς και εκείνες που αφορούν τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης και την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης,

3) οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων και

4) οι διαφορές που αφορούν την ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών.


3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 94 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Πληρεξουσιότητα

     1. Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

     2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο:

   α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ,

   β) στα ασφαλιστικά μέτρα,

   γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.

     3. Στις περιπτώσεις της παρ. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας

τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει

δικηγόρο.  

     Προτεινόμενο κείμενο

Πληρεξουσιότητα

     «Στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συµφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο».

     2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο:

   α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ,

   β) στα ασφαλιστικά μέτρα,

   γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.

     3. Στις περιπτώσεις της παρ. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας

τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει

δικηγόρο.


1. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 Για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά. Σε περίπτωση επικουρικής σώρευσης αγωγών, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται από το ανώτερο ως προς την αξία αίτημα.

     Προτεινόμενο κείμενο

   Για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. «∆εν συνυπολογίζονται οι παρεπόµενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και  έξοδα , καθώς και η αξίωση χρηµατικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη όταν σωρεύονται µε άλλες αξιώσεις». Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά. Σε περίπτωση επικουρικής σώρευσης αγωγών, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται από το ανώτερο ως προς την αξία αίτημα.

  • 29 Ιανουαρίου 2012 10:42:36
    Δημήτριος Ντοκατζής

    Κάκιστη ρύθμιση με παράλογο και ενδεχομένως οριακά αντισυνταγματικό χαρακτήρα αφού θα κρίνει όμοιες περιπτώσεις με ανόμοιο τρόπο. Επί παραδείγματι οι συγγενείς θανατωθέντων επιβατών σε αυτοκίνητο μεγάλης αξίας , άνω των 20.000 ευρώ , θα προσφεύγουν για την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης σε ανώτερο δικαστήριο από αυτό των συγγενών θανατωθέντων επιβατών σε αυτοκίνητο μικρής αξίας , αφού ως βάση για την αρμοδιότητα θα λαμβάνεται το ύψος των υλικών ζημιών και μόνο.

  • 14 Ιανουαρίου 2012 22:43:32
    Χαράλαμπος Τσέλιος

    Δεν είναι μόνο στα τροχαία που αναζητείται χρηματική ικανοποίηση. Σε περίπτωση προσβολής προσωπικότητας, αρμόδιο καθ' ύλην είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο (ΚΠολΔ 18 παρ. 1). Έστω ότι διαπράττοντας την προσβολή ο Α, έσπασε και ένα έργο τέχνης της Β αξίας 1.000 ευρώ. Η Β ζητεί 1.000 ευρώ για τη θραύση του έργου και 50.000 ευρώ για προσβολή της προσωπικότητάς της από τις ύβρεις και βαριές προσβολές του Α. Αρμόδιο το Ειρηνοδικείο με βάση τη νέα διάταξη; Ίσως εδώ ο νομοθέτης θα έπρεπε να εντοπίσει το ενδιαφέρον του στα τροχαία.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 22:55:25
    Παντελης Γαγανης

    Απο την στιγμή που (κακως και απαραδεκτως κατ εμέ) θεσπισθηκε η καταβολη δικαστικου ενσημου και στις αναγνωριστιεκς αγωγές, δεν προκειται να υπαρξουν αγωγές με "φουσκωμένες" απαιτήσεις.

  • 7 Ιανουαρίου 2012 03:26:17
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΑΝΗΣ

    Προβληματική τροποποίηση. Τουλάχιστον στα περισσότερα θανατηφόρα τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα όπου ζητείται μόνο χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης χωρίς σώρρευση άλλου αιτήματος πρέπει να επιλαμβάνεται ανώτερο Δικαστήριο, εμπειρότερος δικαστής από ένα νέο ενδεχομένως Ειρηνοδίκη αφού έχει να αποφανθεί προηγουμένως και για την υπαιτιότητα σε σοβαρότατα τροαχαία ατυχήματα. Πράγματι όμως σήμερα γίνεται κατάχρηση με υπεροβολικά αιτούμενα ποσά χρηματικών ικανοποιήσεων που γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να επιδικασθούν αλλά ζητούνται απλά για να επιτευχθεί συντομότερη δικάσιμος σε ένα ανώτερο Δικαστήριο.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 03:37:49
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ορθή ρύθμιση , καθ`όσον πρέπει να εισάγονται στο πραγματικά καθ`ύλην αρμόδιο δικαστήριο διαφορές ήσσονος σημασίας και χρηματικού αντικειμένου, οι οποίες συχνά, εμπλουτίζονται δυσαναλόγως με υπέρογκα ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη, ιδίως στις αυτοκινητικές διαφορές , όπου συχνά παρατηρείται το φαινόμενο π.χ. για μία απλή σωματική βλάβη και υλικές ζημίες, οι οποίες συμποσούνται σε ποσό της καθ`ύλην αρμοδιότητος του ειρηνοδικείου ( σήμερα € 20.000)να σωρεύεται αντικειμενικώς αξίωση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, η οποία αθροιζόμενη, κατά το άρθρο 9, μεταβιβάζει την αρμοδιότητα στο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο έτσι υπερφορτώνεται με ύλη, που δεν του ανήκει στην πραγματικότητα βάσει των εκάστοτε δικονομικών ρυθμίσεων.Αρκεί αυτή η ρύθμιση να μην λειτουργήσει στην πρακτική των δικαστικών αποφάσεων Ειρηνοδικείων ως a priori δεδομένος παράγων απαξιώσεως των σωρευομένων - αιτουμένων κονδυλίων ηθικής βλάβης, τα οποία in concreto μπορεί να είναι πράγματι σημαντικά σε ποσό και να πρέπει να επιδικασθούν.


Μετά το άρθρο 214 Α΄ του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας προστίθεται άρθρο 214 Β΄ του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας.

«1. ∆ιαφορές ιδιωτικού δικαίου µπορούν να επιλυθούν και µε προσφυγή σε δικαστική µεσολάβηση. Η προσφυγή στη δικαστική µεσολάβηση, η οποία είναι προαιρετική, µπορεί να γίνει πριν από την άσκηση της αγωγής ή και κατά τη διάρκεια της εκκρεµοδικίας.

2. Σε κάθε πρωτοδικείο ορίζονται, για ένα έτος µε δυνατότητα ανανέωσης για δύο ακόµη έτη, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών ή τους αρχαιότερους πρωτοδίκες, ως µεσολαβητές µερικής ή πλήρους απασχόλησης.

3. Η δικαστική µεσολάβηση περιλαµβάνει ξεχωριστές και κοινές ακροάσεις και συζητήσεις των µερών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους µε το µεσολαβητή δικαστή, ο οποίος και µπορεί να απευθύνει στα µέρη  µη δεσµευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς. Κάθε ενδιαφερόµενος µπορεί, µετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, να προσφεύγει στον κατά τόπο αρµόδιο δικαστή µεσολαβητή υποβάλλοντας γραπτώς το αίτηµά του.

4. Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεµής η υπόθεση µπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα µε την περίπτωση και λαµβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα µέρη να προσφύγουν στη δικαστική µεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντοµη δικάσιµο και πάντως όχι πέραν του εξαµήνου

5. Οι διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11 του ν. 3898/2010 για την εκτελεστότητα των συµφωνιών, το απόρρητο της µεσολάβησης σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις και αποτελέσµατα στην παραγραφή και τις αποσβεστικές προθεσµίες εφαρµόζονται αναλόγως και στη δικαστική µεσολάβηση».  

  • 24 Ιανουαρίου 2012 04:47:24
    Χρήστος Χριστακόπουλος

    Αν θέλουμε η δικαστική μεσολάβηση να λειτουργήσει προς το σκοπό επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης, θα πρέπει ν' απαλειφθεί ολόκληρη η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου (η οποία αφήνει στην ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή εκάστου βαθμού να υποχρεώνει δια κλήσεως σε κάθε στάση της δίκης τους διαδίκους να προσφύγουν στο Δικαστή μεσολαβητή, δίνοντας αναβολές που αμφιβάλλω αν θα είναι εντός εξαμήνου). Καλώς να υπάρχει, παράλληλα με τους άλλους τρόπους συμβιβασμού, η δικαστική μεσολάβηση ως δυνατότητα προσφυγής των διαδίκων, χωρίς όμως να τους υποχρεώνει σε αυτή ούτε ο Δικαστής ούτε οιοσδήποτε άλλος, διότι μόνο αν οι ίδιοι οι διάδικοι θέλουν και προσφύγουν στη μεσολάβηση, αυξάνονται τα ποσοστά επιτυχίας του τρόπου συμβιβασμού αυτού.

  • 20 Ιανουαρίου 2012 23:24:51
    ΛΟΥΚΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

    ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΘΙΕΡΩΣΕ ΜΕ ΝΟΜΟ ΤΟ 2010 ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟ ΣΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΜΕΝΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΕΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝ.ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕ ΝΕΟ ΝΟΜΟ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΝΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΟ ΊΔΙΟ ΕΊΧΕ ΟΡΙΣΕΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ .ΑΣ ΒΓΑΛΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΙΜΟΝΟ ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΠΙΑΣΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΤΗΚΑΝ ΩΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΕΣ

  • 20 Ιανουαρίου 2012 21:04:12
    ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ

    Η Δικαστική Διαμεσολάβηση το μόνο που καταφέρνει είναι μεγαλύτερη καθυστέρηση στη διεξαγωγή των δικών και μεγαλύτερο φόρτο στους δικαστές. Εάν υπάρχει η δικαστική διαμεσολάβηση για πιο λόγο υπάρχει η διαμεσολάβηση του πρόσφατα ψηφισμένου Ν 3898/2010 ???. Είναι παρόμοιες διαδικασίες εις διπλούν !!!! και αν προσθέσουμε και τη διαδικασία του αρθ 214Α είναι εις τριπλούν …!!! Για πιο λόγο ???? Απώτερος σκοπός είναι η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Με την δικαστική διαμεσολάβηση α) απασχολούνται δικαστές με αντικείμενο ΞΕΝΟ προς την εκπαίδευση τους. Ο διαμεσολαβητής πρέπει να έχει ειδική εκπαίδευση, όπως σε όλα τα κρατη του κόσμου. Β) βάζουμε στην δικαστική διένεξη ένα ακόμη εμπόδιο για τη γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων. Εάν σκοπός του νομοσχεδίου είναι η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων θα μπορούσε να υιοθετηθεί η υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης του Ν 3898/2010 ήτοι από εξειδικευμένους διαμεσολαβητές (οι οποίο ήδη υπάρχουν και για αυτό άλλωστε γίνονται και τα σεμινάρια στο ΔΣΑ) και να καταργηθεί και το 214Α το οποίο από όσο γνωρίζω έχει ελάχιστη ουσιαστική επιτυχία

  • 17 Ιανουαρίου 2012 04:37:03
    ΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΑΚΗ

    ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ, ΕΠΙ ΠΟΙΝΗ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ, ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ, ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ, ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΕΜΑΣ ΚΑΙΕΙ ΚΑΙ ΕΙΜΕΙΣ ΘΑ ΤΟ ΛΥΣΟΥΜΕ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΝΤΕΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΩΔΙΚΟΥ ΕΠΙΛΥΣΕΩΣ ΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΑΛΛΩΣ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΘΑ ΔΙΑΙΩΝΙΖΕΤΑΙ, ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΑΞΗ Ως ΕΧΕΙ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΙ. ΣΗΜ. δεν νοειται σε καθε αρθρ. να πρεπει να γράφω και να ξαναγράφω τα στοιχεια μου!!!

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:04:42
    Παντελής Γαγάνης

    Σοφοτατη διάταξη, οδηγει κατ ευθείαν στην παρελκυση της δίκης!!! Δηλαδη, αφου ο εναγων περιμενε δυο-τρια χρονια για την δικασιμο, και αφου μετα απο την (σιγουρη) πρωτη αναβολή περασουν αλλα δύο, τότε, και αφου συζητηθεί η υπόθεση, καταθεσουν οι μαρτυρες, ξοδευτεί ο διαδικος κλπ, θα βγεί μια αποφαση που θα ..αναπεμψει στην διαμεσολάβηση!!! Ο συνηγορος του διαβόλου λέει το εξής: Πως διασφαλίζομαι ότι ο δικαστης δεν θα στειλει στην διαμεσολάβηση μια δυσκολη νομικα υπόοθεση για να απαλλαγεί από προσθετη εργασία?? Και η λογική λεει το εξής: Εάν θελω να συμβιβασθώ, θα το κάνω, είτε υπαρχει είτε δεν υπαρχει η διάταξη. Ποιόν ωφελεί, λοιπόν, η θεσπισή της???

  • 10 Ιανουαρίου 2012 01:49:35
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ρύθμιση περιττή και μη προσφέρουσα κάτι ουσιώδες στην επιτάχυνση της δίκης ή της επιλύσεως των διαφορών.Η ρύθμιση των άρθρων 209 και επ. Κ.Πολ.Δικ. , ως ισχύει, και η ρύθμιση του άρθρου 214 Α ως ισχύει, είναι υπερεπαρκείς για τους τυχόν ενδιαφερόμενους, προκειμένου να αποπειραθούν για την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, είτε πριν την κατάθεση αγωγή , είτε κατά την διάρκεια της εκκρμοδικίας.Αυτός που επιθυμεί να συμβιβαστεί είναι ήδη εξοπλισμένος με δικονομικές διατάξεις , κατά τα ανωτέρω. Ειδικότερα είναι τελείως απαράδεκτη και "επικίνδυνη" ή ρύθμιση περί δυνητικής αναβολής από τον δικάζοντα δικαστή με παραπομπή προς την διαμεσολάβηση, αφού θα προκαλέσει περαιτέρω χρονοτριβή και παρέλκυση της δίκης, όταν μάλιστα είναι προφανές ότι ο συμβιβασμός μπορεί να γίνει οικέια βόυλήσει και μία υποχρεωτική αναβολή θα είναι τελείως περιττή, εάν δεν το έχει ζητήσει ο διάδικος. Μου δίδεται η εντύπωση ότι η ρύθμιση περί αναβολής, υποθάλπτει μία διαρκώς εντεινόμενη νομοθετική απόπειρα περί "εξαναγκαστικής" αφαιρέσεως δικηγορικής ύλης και αποφορτίσεως των δικαστηρίων, χωρίς να το επιθυμούν οι ίδιοι οι διάδικοι..

  • 10 Ιανουαρίου 2012 00:55:25
    ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ

    Η Διαμεσολάβηση να μην είναι προαιρετική αλλά υποχρεωτική για όλες τις ιδιωτικές διαφορές. Με την κατάθεση της αγωγής να ορίζεται χρόνος διαμεσολάβησης ενώπιον του ορισθέντος δικαστικού μεσολαβητή, να προτείνεται από το δικαστή δεσμευτικός τρόπος λύσης της διαφοράς και ο στρεψόδικος διάδικος να έχει κυρώσεις π.χ. υψηλή δικαστική δαπάνη, ή και χρηματική ποινή (θα μπορούσε η χρηματική ποινή να καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου)

  • 8 Ιανουαρίου 2012 14:06:36
    Χρ. Ρονίδης

    Ο προσφεύγων πρέπει να συντάξει κείμενο αγωγής (χωρίς κατάθεση). Να παραδίδεται στον μεσολαβητή. Θα καλείται (και με φαξ και με e-mail και τηλεφώνημα) ο αντίδικος να υποβάλει τις θέσεις του σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αν αρνηθεί να προσέλθει, η αγωγή του ενάγοντος θα πρέπει προσδιορίζεται το συντομότερο. Σε διαφορετική περίπτωση ο εναγόμενος (οφειλέτης) θα πετυχαίνει την πρώτη σημαντική παρέλκυση - καθυστέρηση.


1.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 241 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο.

Προγενέστερο κείμενο

  1. Υστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση τουδικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο.

     2. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, 70 έως 400 ευρώ.

   

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Υστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση τουδικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο. «Σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, απεργίας ή στάσεων εργασίας δικαστικών υπαλλήλων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιµο που ανακοινώνει αυθηµερόν το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσµίας ενενήντα (90) ηµερών».

2. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, 70 έως 400 ευρώ.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:12:11
    Παντελής Γαγάνης

    Oι συναδελφοι κ.κ. Λιναρας και Φραγκος εχουν δίκιο στα σχόλια τους, αλλά δεν νομιζω ότι κάπιος εκ των νομοθετούντων έκαστε (ή θα κάτσει) να σκεφθεί τα περι νομιμου συνθεσεως ή το ότι εάν στις 20 υποθεσεις του πινακίου και στις 10 της 'κανονικης' αναβολής, προστειθούν άλλες 20 εξ αναβολής λόγω απεργίας και αποχής, οι του κανονικου πινακίου δεν θα γινονται ποτέ στην πρωτη δικάσιμο λογω ωραρίου!! ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ και ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΕΝ ΛΥΝΟΝΤΑΙ

  • 10 Ιανουαρίου 2012 22:06:45
    ΝΙΚΟΣ ΛΙΝΑΡΑΣ

    Στην περίπτωση απεργίας ή στάσεων εργασίας δικαστικών υπαλλήλων, οι υποθέσεις πώς είναι δυνατόν να αναβάλλονταιοι υποθέσεις χωρις το δικαστηριο να εχει για το λογο αυτό νόμιμη σύνθεση ;

  • 8 Ιανουαρίου 2012 13:57:30
    Χρ. Ρονίδης

    Να προστεθεί: "Η ανακοίνωση της νέας δικασίμου επέχει θέση κλητεύσεως των διαδίκων". (ένσημα εγγραφής στο πινάκιο αναβεβλημένων λόγω απεργιών δεν επικολλώνται εξ όσων γνωρίζω). Eισηγούμαι αλλαγή β΄παραγράφου, ως εξής: 2. Το δικαστήριο όταν θα συζητήσει την υπόθεση, επιδικάζει, επί πλέον δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, και χωρίς αίτηση του αντιδίκου του, 70 έως 400 ευρώ. Η εισήγηση αυτή γίνεται διότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη μου εφαρμογή της προγενέστερης ρύθμισης.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 19:47:53
    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

    Η προτεινόμενη τροποποίηση ακόμα και αν είναι εφαρμόσιμη δεν θα οδηγήσει σε ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων για τον ακόλουθο λόγο: Ας υποτεθεί ότι σε κάποια δικάσιμο όλες οι υποθέσεις αναβάλλονται για άλλη δικάσιμο λόγω απεργίας των υπαλλήλων. Στην μετ' αναβολή δικάσιμο το πινάκιο θα είναι τόσο βεβαρημένο με υποθέσεις ώστε αυτές που αναβλήθηκαν λόγω απεργίας θα αναβληθούν και πάλι λόγω ωραρίου. Συνεπώς θα ταλαιπωρηθούν διάδικοι, μάρτυρες και δικηγόροι (και κυρίως οι τελευταίοι που είναι αμφίβολο αν θα αμειφθούν για αυτήν την ταλαιπωρία) και οι ήδη αναβεβλημμένες υποθέσεις θα μετατεθουν να δικαστούν μετά από χρόνια λόγω ωραρίου.


Η παράγραφος 5 του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

   1. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανισθούν αυτοπροσώπως. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο, αν είναι αδικαιολόγητη, εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα.

   2. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του γ' εδαφίου του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες.

   3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με τα άρθρα 415 επόμενα. Οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο, αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων.

   4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

   5. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μία δικάσιμο. Οι υποθέσεις εκφωνούνται με τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται.

   6. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

   7. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης να παρίστανται σε άλλο τόπο και να ενεργούν εκεί διαδικαστικές πράξεις. Η συζήτηση αυτή μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο, όπου παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

   8. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει την εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασής του, η δε σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η εξέταση μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο εξέτασης των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων. Η εξέταση αυτή, η οποία θεωρείται ότι διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο.

     Προτεινόμενο κείμενο

   1. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανισθούν αυτοπροσώπως. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο, αν είναι αδικαιολόγητη, εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα.

   2. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του γ' εδαφίου του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες.

   3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με τα άρθρα 415 επόμενα. Οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο, αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων.

   4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

      «5. Οι υποθέσεις εκφωνούνται µε τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αµέσως αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εµµάρτυρη απόδειξη. Αν πρόκειται να εξεταστούν µάρτυρες η συζήτηση µπορεί να διακόπτεται για την αµέσως επόµενη δικάσιµο της ίδιας σύνθεσης, κατά την οποία και ολοκληρώνεται η συζήτηση, αφού προηγηθεί η εξέταση των µαρτύρων. Οι µάρτυρες εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε υπόθεση ενώπιον του ορισµένου από τον πρόεδρο εισηγητή δικαστή, ο οποίος και κηρύσσει το τέλος της συζήτησης αµέσως µετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των µαρτύρων. Ο ακριβής τόπος και χρόνος διεξαγωγής των εµµάρτυρων αποδείξεων καθορίζεται κατά την αρχική δικάσιµο αµέσως µετά την εκφώνηση και τη διακοπή της συζήτησης µε ανακοίνωση του προέδρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Ο εισηγητής αποφασίζει για όλα τα σχετικά µε την απόδειξη διαδικαστικά ζητήµατα.»

   6. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

   7. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης να παρίστανται σε άλλο τόπο και να ενεργούν εκεί διαδικαστικές πράξεις. Η συζήτηση αυτή μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο, όπου παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

   8. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει την εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασής του, η δε σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η εξέταση μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο εξέτασης των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων. Η εξέταση αυτή, η οποία θεωρείται ότι διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο. 

  • 16 Ιανουαρίου 2012 23:54:53
    Γιωργος Βογιατζης

    Αντι να τροποποιησουν το α. 237 ΚΠολΔ για το εικοσαημερο των προτασεων αλλαξαν το 270, λες και αυτο ηταν το προβλημα. Παρακαλω το ΔΣΑ να παρεμβει για το θεμα του 20ημερου,το οποίο ταλαιπωρει ολους τους μαχημους δικηγορους και το οποίο πολλες φορες εχει σταθει αφορμη για αναβολες περαν της διετιας. Πρακτικα ειναι τα θεματα της δικαιοσυνης, οχι θεωρητικα.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:18:54
    Παντελής Γαγάνης

    Οπου, λοιπόν επανηλθαμε θριαμβευτικά στο καθεστως των διεξαγωγών, το οποίο εμένα προσωπικά μου άρεσε, γιατι γραφοταν ακριβώς ο,τι έλεγε ο μάρτυρας και όχι ο,τι προφταινε ο γραμματέας (οποιος εχει διαβασει απομαγνητοφώνηση, που ειναι σαν διάλογος κωφών,καταλαβαίνει τι εννοώ). Το προβλημα στις διεξαγωγές ηταν ότι λογω ελλειψεως γραμματεων και χωρων, η μια διεξαγωγη απο την άλλη απείχε τρεις-τεσσερις μηνες με συνεπεια βεβαιως την τρομακτική καθυστερηση. Αν όμως αυτό αποφευχθεί, με την χρησιμοποιηση περισσοτερου προσωπικού και χώρων, τότε ίσως -ισως λέω- να ειναι χρησιμη η διάταξη.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:13:59
    Σέργιος Μαναράκης

    Σώστη η άμεση συζήτηση των υποθέσεων που δεν έχουν μάρτυρες. Όμως, η εξέταση των μαρτύρων σε άλλη δικάσιμο και μάλιστα ενώπιον ΜΟΝΟ του εισηγήτη δικαστή κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση. Κατ' αρχάς, γιατί μόνο ενώπιον του εισηγητή; οι λοιποί δικαστές δεν θα είναι παρόντες; Πού και πώς θα γίνεται η εν λόγω διαδικασία; Σε ακροατήριο; ή σε αίθουσα "διεξαγωγών" όπως αναφέρθηκε και από το συνάδελφο, που -θυμίζω- γίνονταν απουσία του δικαστή;

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:08:33
    Ελίνα Λουκά

    Με την προτεινόμενη ρύθμιση επανέρχονται "από το παράθυρο" οι διεξαγωγές, που στην πράξη ποτέ δεν γίνονταν ενώπιον εισηγητή, αλλά ενώπιον γραμματέα, ή καλύτερα δακτυλογράφου και τις συνέπειες των οποίων βιώσαμε με δραματικό τρόπο στο παρελθόν. Οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης και, σε πολλές περιπτώσεις, στην εγκατάλειψη της υπόθεσης από τους διαδίκους. Ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, που όλο και περισσότεροι πολίτες δυσκολεύονται να προσφύγουν στα Δικαστήρια λόγω του κόστους και της υπερβολικής καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης, θα ήταν καταστροφικό να περάσει η εν λόγω διάταξη.

  • 10 Ιανουαρίου 2012 02:05:28
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Σε καμία περίπτωση επανφορά στο "εφιαλτικό" καθεστώς της διεξαγωγής αποδείξεων ενώπιον εισηγητού σε διαφορετική δικάσιμο και τόπο, καθότι το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς των διεξαγωγών απεδείχθη ατελέσφορο, χρονοβόρο, πρόχειρο και κυρίως αφερέγγυο...Δηλαδή θα πρέπει να βιώσουμε πάλι φαινόμενα παρελκύσεως των δικών του Πολυμελούς, καθοδηγούμενων μαρτυριών, που δεν θα υπόκεινται στο κύρος και την πίεση ενός ακροατηρίου με την παρουσία και συμμετοχή όλων των μελών της συνθέσεως.,,Απαράδεκτο να συμβεί κάτι τέτοιο.Ούτε στοχεύει στην επιτάχυνση, αντιθέτως προωθεί την παρέλκυση και εν τέλει εξυπηρετεί αυτό που όλοι υποψιζόμαστε σε συνδυασμό με άλλες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου : Την απαξίωση της δίκης και την εξαναγκστική αποθάρρυνση των πολιτών από την δικαστική διεκδίκηση των δικαιμάτων τους.Παράλληλα επιβάλλει αδικαιολόγητα νέο δυσβάσταχτο φόρτο χρόνου και εργασίας στους δικηγόρους.ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΠΟΣΥΡΣΗ.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 21:44:57
    Μαρία Γιαννίτση Δικηγόρος Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ

    Νομίζω, ότι η τροποποίηση δεν είναι στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης, αλλά ακριβώς στην αντίθετη. Μέχρι τώρα οι μάρτυρες εξετάζονταν στην προσδιορισθείσα δικάσιμο και δεν καταλαβαίνω, γιατί πρέπει να αναβάλλεται η εξέτασή τους σε άλλη δικάσιμο. Δεν νομίζω, ότι η εξέταση των μαρτύρων είναι η αιτία της καθυστέρησης της έκδοσης των αποφάσεων.


Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 293 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή ή συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης. «Ο δικαστικός συμβιβασμός που περιλήφθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου υποκαθιστά τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.»

2. Συμβιβασμός που έγινε με άλλο τρόπο δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

     Προτεινόμενο κείμενο

     1. Οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή ή συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης. «Ο δικαστικός συµβιβασµός που περιλήφθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου, καθώς και στα πρακτικά των παρ. 3 του άρθρου 214 Α’ και παρ. 5 του άρθρου 214 Β’ υποκαθιστά τον τύπο του συµβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, και µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης».

     2. Συμβιβασμός που έγινε με άλλο τρόπο δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.


Το άρθρο 304 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής. Αν πρόκειται για αποφάσεις του προέδρου του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, το σχέδιο συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση.

2. Από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση.

3. Μετά τη δημοσίευση κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή με συμπληρωμένα τα στοιχεία που πρέπει, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, να αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης. Ο κατα τήν παράγραφο 1 εισηγητής ή δικαστής οφείλει να θεωρήσει ενυπογράφως, το ταχύτερο δυνατόν, το πρωτότυπο, το οποίο ακολούθως υπογράφεται αμέσως κατά το άρθρο 306. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει την απόφαση σε ηλεκτρονική µορφή. Αν πρόκειται για αποφάσεις του Προέδρου του Μονοµελούς Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου, την απόφαση συντάσσει σε ηλεκτρονική µορφή και ακολούθως, χρονολογεί και υπογράφει την αποτύπωσή της σε υλική µορφή ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση. 

2. Η απόφαση της παραγράφου 1 δηµοσιεύεται σε δηµόσια συνεδρίαση. Ο δικαστής που παραδίδει την απόφαση σε ηλεκτρονική µορφή, παραδίδει οµοίως και το πρωτότυπο της απόφασης µε πλήρες το περιεχόµενο που προβλέπεται στο άρθρο 305».


Στο άρθρο 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

«1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης καιτης αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.»

2. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση.

3. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της αναψηλάφησης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων μπορούν να ασκηθούν και προφορικά, οπότε συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 496. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης καιτης αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.»

2. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση.

3. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της αναψηλάφησης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων μπορούν να ασκηθούν και προφορικά, οπότε συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 496.

«1. Εκείνος που ασκεί το ένδικο µέσο της έφεσης,  της αναίρεσης και της αναψηλάφησης,  κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200) τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραµµατέας. Το ύψος του ποσού αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονοµικών και ∆ικαιοσύνης, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων.

2. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο το ένδικο µέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. 

3. Σε περίπτωση νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο µε την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δηµόσιο ταµείο».

  • 10 Φεβρουαρίου 2012 04:13:31
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

    ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΘΟΥΠΑΛΛΗΛΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ´Η ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΟ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ´Η ΝΑ ΕΛΑΧΙΣΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΤΡΕΠΕΤΑΙ Ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ Η Ο ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΥΓΕΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΝΑ ΑΣΚΕΙ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ. ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ Η ΟΠΟΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΑΡΑΒΟΛΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΙΣ ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

  • 1 Φεβρουαρίου 2012 22:07:57
    Μαρία Καλυβιώτου

    Τελικά η πρόσβαση στη δικαιοσύνη μετατρέπεται σε πρόσβαση για τους ολίγους οι οποίοι θα μπορούν να καταβάλουν τα υπέρογκα, πλέον, έξοδα που απαιτούνται για την άσκηση ενδίκων μέσων. Μαζί πάει και η απαξίωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Οσο για την απαράδεκτη επιβολή παραβόλου στις αναγνωριστικές αγωγές, θα γελάει ο κάθε πικραμένος. Μα, τι θέλουν να μην πηγαίνει κανείς στα δικαστήρια?

  • 17 Ιανουαρίου 2012 19:46:35
    Γεώργιος Ε. Σωτηρόπουλος

    ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ Οφείλει να καταργηθεί το δικαστικό έσνημο στις αναγνωριστικές αγωγές, συμφώνως και προς την ΑΠ 675/2010(ΝοΒ 2010, 2334), κατά την οποία η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». ΔΗΛΑΔΗ (!!): είναι σύμφωνη με το σύνταγμα η επιβολή δικαστικού ενσήμου εφόσον υπάρχει διέξοδος για τον πολίτη να αιτηθεί ισοδύναμη δικαστική προστασία μέσω άλλης οδού, δηλαδή της αναγνωριστικής αγωγής. Αυτή η οδός τώρα έκλεισε με τον πρόσφατο νόμο, δι' ο και το δικαστικό ένσημο, σύμφωνα με την εξ αντιδιαστολής ερμηνεία της εν λόγω προσφάτου αποφάσεως του ΑΠ,είναι ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΝ ΟΛΩ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ! ~~~~~~~~~ Ως προς λοίπά κρίσιμα επιχειρήματα παραπέμπω στο κατατοπιστικό άρθρο του Ι. Κλάππας, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ-Ζητήματα Συνταγματικότητας και Διαχρονικού Δικαίου διάταξης άρθρ.70 ν.3994/2011, που ΔΗΜΟΣΙΕΎΕΤΑΙ στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2011

  • 17 Ιανουαρίου 2012 04:54:01
    ΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΑΚΗ

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΛΕΙΣΤΟ ΚΛΑΜΠ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΜΑΛΛΟΝ ΟΙ ΝΟΜΟΘΕΤΕΣ. ΩΣΤΟΣΟ Η ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ ΓΙΑ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΣΔΑ ΚΟΥΤΡΑΣ κατα ΕΛΛΑΔΟΣ, σύμφωνα με την οποία Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΗ, ΑΛΛΑ ΟΙ ΕΝ ΛΟΦΩ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑΥΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡ. 6 Α' ΈΚΦΑΝΣΗ ΑΥΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΑΣ ΔΙΚΗΣ.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:26:13
    Παντελής Γαγάνης

    Αφου πρέπει οπωσδηποτε να βγαλει ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟ λέφτα το δημοσιο, τουλαχιστον ας το κάνει με τον σωστό, τρόπο. Να επιδικαζεται τό παραβολο σε βαρος αυτου που χάνει την δίκη στο τελικο σταδιο (είτε της εφεσεως, είτε εάν προσφυγει, της αναιρέσεως). Το να υποχρεώνεις τον διαδικο που έχασε την δίκη (δυστυχως συνήθως πλεον απο σφάλμα του δικαστή, οι πρωτοδικες σε μεγαλο βαθμο σημερα ανατρεπονται)σε προσθετη καταβολή ενος υψηλού τελους για να βρεί τό δίκιο του, ειναι άκρως απαράδεκτο. Αλλα προκειται και για προχιερότητα, διότι,σ ε περιπτωση ανυταγωγης τί γινεται? σε περιπτωση μερικης νίκκης ακι ήττας? Κανενας εκ των συντακτών δεν τα σκέφθηκε αυτά?

  • 12 Ιανουαρίου 2012 00:43:29
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Δυστυχώς δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι και η παρούσα ρύθμιση σε συνδυασμό με δεκάδες άλλες εισπρακτικού περιεχομένου ( Φ.Π.Α. , δικαστικό ένσημο σε αναγνωριστικές αγωγές, παράβολο πολιτικής αγωγής και παράβολο μηνύσεως συνόλου 150 ευρω, η αύξηση των παραβόλων στα διοικητικά δικαστήρια κ.τ.λ.) κατατείνουν όχι μόνο στην εξαναγκαστική όσο και αντισυνταγματική παρακώλυση του ύψιστου ατομικού δικαιώματος της προσφυγής στην δικαιοσύνη, αλλά και στην περαιτέρω εξουθένωση των μεσαίων και κατωτέρων οικονομικώς πελατών, με αποτέλεσμα αναπόφευκτο την συρρίκνωση της δικηγορικής ύλης και κατ`επέκταση τον αφανισμό του μέσω δικηγόρου επ`ωφελεία των μεγάλων δικηγορικών εταιρειών, οι οποίες σύντομα θα έχουν και πλήρη ελευθερία ιδρύσεως κτλ.Δεν απομένει τόποτα άλλο παρά να απαγορευθεί πλήρως η ατομική δικηγορία και η προσφυγή στα δικαστήρια του μέσου πολίτη. Είναι ντροπή να λαμβάνονται τέτοιες νομοθετικές πρωτοβουλίες, με "χαράτσια" επί ασκήσεως νομίμων δικαιωμάτων με το πρόσχημα της δήθεν....αποφυγής της προπετούς ασκήσεως ενδίκων μέσων. Αυτή μπορεί να αποφευχθεί, εφόσον διαπιστωθεί ΜΕΤ το πέρας της δίκης, με επιβολή ξεχωριστής ποινής ή και αύξηση της δικαστικης δαπάνης. Και ερωτώ : Ο μη κακίπιστος διάδικος, ο οποίος πράγματι πρέπει να ασκήσει ένδικο μέσο και είναι ήδη οικονομικώς εξασθενημένος γιατί πρέπει να τιμωρείται με τέτοια "χαράτσια";;ήδη τα δικαστικά έξοδα και οι νομικές υπηρεσίες είναι πανάκριβες και δυσπρόσιτες.Έλεος και κοινή λογική κ. νομοθετούντες...

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:21:16
    Σέργιος Μαναράκης

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ πρόβλεψη. Η απονομή της δικαιοσύνης είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη. Δεν είναι δυνατό να επιβαρύνεται με παράβολα υπέρ του δημοσίου (για να καλύψουν άραγε ποιες ... τρύπες;). Αν πράγματι ενδιαφέρεται να "τιμωρήσει" τον κακόπιστο δικομανή ας αυξήσει την δικαστική δαπάνη που θα του επιβληθεί όμως ΜΕΤΑ την ήττα του, ή ας του επιβάλει τα "έξοδα της δίκης" κατά τα πρότυπα του ποινικού. Όχι όμως προκαταβολικά. Κανονικά θα έπρεπε να καταργηθούν και τα παράβολα που καταβάλλονται στα διοικητικά δικαστήρια

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:20:52
    Ελίνα Λουκά

    Η ρύθμιση είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Αποστερεί τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών από την άσκηση ενδίκων μέσων. Σε συνδυασμό με άλλα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, μετατρέπει κατ' ουσίαν τα Δικαστήρια σε εισπρακτικό μηχανισμό του Υπουργείου Οικονομικών και την προσφυγή στη δικαιοσύνη δικαίωμα των ολίγων. ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΘΕΙ!

  • 10 Ιανουαρίου 2012 03:21:07
    Βασιλική Τσουκαλά

    Σωστή ρύθμιση. Πρακτικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να περιοριστεί η κατάχρηση στην άσκηση ενδίκων μέσων, η οποία κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν περιορίζεται στους εύπορους διαδίκους. Η παρ. 3 όμως θέλει περαιτέρω εξειδίκευση. Δηλαδή σε περίπτωση μερικής νίκης τι γίενται;

  • 7 Ιανουαρίου 2012 03:39:42
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΑΝΗΣ

    ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟ ΜΕΤΡΟ Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΑΡΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΥΨΗΛΟΥ ΓΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Η ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΣ ΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ Η ΕΝ ΛΟΓΩ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΗ ΣΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΔΕΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΜΕΤΡΟΥ, ΕΝΩ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΑΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΑΝΤΕΦΕΣΗ

  • 6 Ιανουαρίου 2012 02:49:02
    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

    Η επιβολή παραβόλου στην άσκηση ενδίκων μέσων αποτελεί φοροεισπρακτικό μέσο το οποίο θα καταστήσει δυσχερή την προσφυγή στην δικαιοσύνη στους ασθενέστερους οικονομικά διαδίκους.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 01:00:13
    Δεληγεώργης Γιάννης

    Απαράδεκτη ρύθμιση με καθαρά εισπρακτικό χαρακτήρα. Μετά την επιβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές εισάγεται και η θέσπιση παραβόλων. ΕΛΕΟΣ!!!!

  • 5 Ιανουαρίου 2012 22:15:59
    ΚΩΛΕΤΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

    . ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ, ΟΠΟΥ Ο ΛΑΟΣ ΥΠΟΦΕΡΕΙ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ ΘΕΣΠΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑΒΟΛΑ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ. ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ 2 ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ , ΜΙΑ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ Ν ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ (ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ) ΚΑΙ Ο ΛΟΙΠΟΣ ΛΑΟΣ. ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΩΣ ; ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ;

  • 5 Ιανουαρίου 2012 21:55:17
    Μαρία Γιαννίτση Δικηγόρος Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ

    Η τροποποίηση ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι αποβλέπει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αποτελεί εισπρακτικό μέτρο αποτροπής προσφυγής στη δικαιοσύνη, η οποία θα είναι για τους λίγους , αν λάβει υπόψη του κανείς, ότι ήδη το κόστος έχει ανέβει σημαντικά με την επιβολή ΦΠΑ στην παροχή νομικών υπηρεσιών.Ο μέσος πολίτης δεν θα μπορεί πλέον να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του , διότι δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στο κόστος.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 04:17:22
    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

    -Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί καθαρά εισπρακτικό μέτρο και σε καμια περίπτωση δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση της δίκης και είναι μάλλον αντισυνταγματική. -Σε καθε περίπτωση, αν διατηρηθεί, θα πρέπει να εξαιρεθεί ρητά από αυτό η εργατική διαδικασία, διότι, όπως ειναι τοις πασι γνωστο, ο εργαζόμενος και μάλιστα σήμερα, που μαστίζεται από την ανεργία και δεν έχει εισοδήματα, δεν έχει τη δυνατότητα να επιβαρυνεται με επιπλέον έξοδα και μάλιστα για βασικό συνταγματικό δικαίωμα του, ήτοι τουλάχιστον την κρίση της αγωγής του τουλάχιστον από δευτεροβάθμιο δικαστήριο. - Η διατύπωση της παρούσας διάταξης είναι ατελής, διότι δεν διευκρινίζει τι γινεται σε περίπτωση, που γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του διαδίκου ή τι γίνεται σε περίπτωση, που γίνονται εν μέρει δεκτές δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, περίπτωση, που είναι και η συνηθέστερη από τη δικαστηριακή εμπειρία. Θα επιστρέφεται και στους δύο το παράβολο;Επίσης δεν διευκρινίζεται, αν το παράβολο θα ίσχυει και σε περίπτωση, που ο διάδικος ασκήσει αντέφεση μονο με τις προτάσεις του στο Εφετείο. -Ορθότερη προκρίνεται η λύση του υποχρεωτικού υπολογισμού αυτού του παραβόλου σε μία ιδιαίτερη υψηλή επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη του διαδίκου, που άσκησε προπετές ένδικο μέσο και αυτό απορρίπτεται! Μόνο τότε πιθανόν να επιτευχθεί η αποτροπή των διαδίκων από την άσκηση προπετών ενδίκων μέσων, που καθυστερούν την έκδοση της απόφασης. -Όπως γίνεται αντιληπτό η ρύθμιση με την παρούσα μορφή ουδόλως συμβάλλει στην επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, αντίθετα διευκολύνει τους διαδίκους, που έχουν την οικονομική ευχέρεια να ασκούν προπετή ένδικα μέσα και να καθυστερούν την απονομή δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα αποτρέπει τα αδύναμα μέρη από την άσκηση αυτών.


Η περίπτωση β΄της παραγράφου 1 του άρθρου 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

"1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά:

α) η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση,

β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο,

γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και

δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση."

2. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται. 

     Προτεινόμενο κείμενο

"1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά:

α) η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση,

«β) οι προτάσεις κατατίθενται προ  τριών (3) εργασίµων ηµερών».

γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και

δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση."

2. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:35:39
    Παντελής Γαγάνης

    Αποκλειεται ο συντακτης της τροποποιησεως να εχει παει ποτε σε δικαστηριο. Εως σημερα δνε υπηρξε κανενα προβλημα τι νοημα εχει η διαταξη? Πως εξυπηρετείται η ταχύτερη απονομη όταν βαζουμε τον δικαστή (λέμε τώρα) να διαβαζει ΚΑΙ τις προτάσεις, όταν ειναι πιθανο η υποθεση τελικά να αναβληθεί?? Η α γηινει απεργια ή αποχή (συνηθεστατο πλεον φαινομενο) Ειναι γνωστο ότι οι δικαστες συχνά δεν εχουν διαβάσει ούτε την αγωγή. Τα όσα αναφέρει ο κ.Παναγιωτακόπουλος είναι απολύτως σωστά, ιδίως τα επι των δικονομικων θεμάτων που γεννωνται. Μάλλον όμως ο στοχος ειναι να κλεισουν τα μικρα γραφεία, και γιαυτο (θυμηθειτε το) η διαταξη, άν και εντελως άχρηστη, θα παραμείνει!!!

  • 12 Ιανουαρίου 2012 00:55:05
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι . ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΣΥΜΦΩΝΩ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΛΑΛΗΣΑΝΤΕΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΙ ΟΝΤΑ ΠΛΕΟΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΚΑΧΥΠΟΠΤΟΣ ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ: ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΑ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΑΛΛΕΣ ΣΤΟ ΕΝΞ ΛΟΓΩ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ : Α.) ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΕΠ`ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Β.) ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΠΑΤΑΛΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ, ΚΟΠΟΥ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΥΛΌΓΗ ΑΙΤΙΑ, ΑΦΟΥ ΤΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΑΡΚΟΥΝΤΩΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΩΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΕΙ ΤΙΠΟΤΑ Η ΕΝ ΛΟΓΩ ΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΡΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΦΟΡΤΟ ΣΤΟΥΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ : ΠΩΣ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ Η ΕΝ ΛΟΓΩ ΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΣΑ ΣΕ ΘΣΧΥ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΙΟΥ Γ.);;;Δηλαδή θα έχουμε δύο φάσεις προβολής κυρίων και αυτοτελών ισχυρισμών;;;Θα κατατίθονται οι προτάσεις 3 μέρες πριν και μετά στο ακροατήριο θα επιφυλασσονται και νέες εκπλήξεις με νέους αυτοτελούς ισχυρισμούς, οι οποίοι θα πρέπει να καταγραφούν στα πρακτικά;;;Τότε ποιό το όφελος για διαδίκους και δικαστές ;;Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι ο δικαστής έχει λάβει υπόψιν τις προτάσεις,( που δεν πρόκειται στη πράξη να συμβεί, παρά μόνο μετά την δικάσιμο), θα πρέπει να αντιμετωπίσει έτσι και αλλιώς νέο πραγματικό υλικό στο ακροατήριο, όπου βάσει του εδαφίου γ οι διάδικοι υποχρεούνται να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( συνήθως αναφέρονται μονολεκτικώς στις προτάσεις τους )και θα μπορούν να προτείνουν και μη περιεχόμενους στις προτάσεις ισχυρισμούς, με καταγραφή στα πρακτικά. Η ρύθμιση μάλλον δεν έχει προταθεί από νομικό και εάν έχει προταθεί από νομικό προκαλεί θλίψη για τις γνώσεις , την λογική ή τα κίνητρά του..ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:26:24
    Ελίνα Λουκά

    Αυτό μας έλειπε! Σε τι θα εξυπηρετήσει αυτό την ταχύτητα της απονομής της δικαιοσύνης;;; Εκτός από την πρόσθετη ταλαιπωρία και αγωνία των δικηγόρων, δεν βλέπω να εξυπηρετεί απολύτως τίποτα άλλο. Ένα ακόμα μέτρο για την εξόντωσή μας!

  • 11 Ιανουαρίου 2012 01:34:57
    ΚΑΡΑΙΣΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

    Η ΠΡΟΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΦΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΕΡΧΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ! ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΝΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΥΤΗ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΛΛΕΙΦΘΕΙ.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 00:41:04
    Ηλιοπουλος Παναγιωτης

    Η διαταξη θα ειχε νοημα εαν εξασφαλιζοταν οτι η Δικαστικη Αρχη θα ειχε ενημερωθει για την υποθεση ωστε να διεξαχθει ορθα η διαδικασια στο ακροατηριο. Ομως διατηρω σοβαρες επιφυλαξεις για το αν οι δικαστες προτιθενται να λαβουν γνωση των προτασεων μας εκ των προτερων και για το λογο αυτο θεωρω οτι η διαταξη αυτη μονο κωλυσιεργεια , καθυστερηση και αγχος στοςυ δικηγορους θα προσφερει.

  • 9 Ιανουαρίου 2012 23:06:42
    ΛΟΥΚΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ

    ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΘΟΥΝ ΜΟΝΟ ΑΠΌ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ .ΕΠΙΒΑΡΥΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΜΕ ΑΣΚΟΠΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΟΠΟΥ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΘΑ ΈΧΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΝΩ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ.ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΑΓΩΝΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ

  • 8 Ιανουαρίου 2012 21:45:48
    ....

    .........

  • 7 Ιανουαρίου 2012 03:49:49
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΑΝΗΣ

    Η διάταξη αυτή θα ταλαιπωρήσει τους δικηγόρους χωρίς νόημα ούτε θα συμβάλει στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Στη πράξη ο Δικαστής δεν θα διαβάσει τις προκατατεθειμένες προτάσεις και είναι αμφιβολο αν θα έχει διαβάσει την αγωγή που πρόκειται να κρίνει. Η απευθερώση του επαγγέλματς του δικηγόρου γίνεται γράμμα κενό αν πρόκειται να μεταβεί σε Επαρχιακό Δικαστήριο για κατάθεση των προτάσεων και μετά από λίγες ημέρες να ξαναπάει να δικάσει, γεγονός που σίγουρα θα επιβαρύνει και τον πελάτη του. Η διάταξη προκατάθεσης προτάσεων πρέπει να απαλλειφθεί.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 21:58:09
    Μαρία Γιαννίτση

    Δεν αντιλαμβάνομαι πώς εξυπηρετείται η ταχύτητα της απονομής της δικαιοσύνης με την προκατάθεση των προτάσεων στις ειδικές διαδικασίες, όταν οι περισσότεροι δικαστές δεν έχουν διαβάσει ούτε τις αγωγές.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 20:42:18
    ΚΩΛΕΤΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

    Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΥΤΗ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΦΟΡΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΕ. ΟΥΤΕ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΑΣ, Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΝΑ ΜΕΛΕΤΑ ΑΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟΥΣ ΦΑΚΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ .

  • 5 Ιανουαρίου 2012 19:55:33
    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

    Η προκατάθεση των προτάσεων στις ειδικές διαδικασίες είναι άνευ ουσίας και το μόνο που θα επιτύχει είναι να δυσκολέψει την καθημερινότητα μας. Κανένας δικαστής δεν πρόκειται στην πράξη να μπει στην διαδικασία να αναγνώσει τις προτάσεις πριν τη δίκη. Επίσης θα έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούμε να μεταβούμε μία επιπλεόν φορά στα δικαστήρια χωρίς αυτό να συνεπάγεται αύξηση στην αμοιβή μας.


1. Το άρθρο 632 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο, το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής της επόμενης παραγράφου μπορούν να γίνουν είτε στο δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει. Τα αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο.

2. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

3. Αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωµής έχει το δικαίωµα µέσα σε δεκαπέντε εργάσιµες ηµέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο εκδόσαν τη διαταγή πληρωµής ειρηνοδικείο ή µονοµελές πρωτοδικείο. Η ανακοπή επιδίδεται είτε στο δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωµής είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στη διαταγή πληρωµής, εκτός αν γνωστοποιηθεί µε δικόγραφο µεταβολή που τυχόν έχει επέλθει. Τα αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραµένουν στη γραµµατεία του δικαστηρίου µέχρι την πάροδο της προθεσµίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο.

2. Η άσκηση της ανακοπής, η συζήτηση της οποίας προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός 60 ηµερών, αναστέλλει την εκτελεστότητα της διαταγής πληρωµής, µέχρι την ηµεροµηνία συζητήσεως και υπό τον όρο συζητήσεώς της. Το δικαστήριο που συζητεί την ανακοπή µπορεί να διατηρήσει την αναστολή της εκτελεστότητας µε εγγύηση ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

3. Η ανακοπή εκδικάζεται σε κάθε περίπτωση σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παρ.1β’ ΚΠολ∆».

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:46:41
    Παντελής Γαγάνης

    Τπο ισχύον συηστημα, παρειχε αρκετή προστασία στον οφειλέτη και (εν μερει) και στον δανειστή. Τώρα εξαφανιζεται στην πράξη η προστασία του δανειστή εντελώς. Αφου εναι γνωστο ότι τό 98% των διαταγων πληρωμης (και μάλιστα σημερα) αφορα σε πραγματικες απαιτήσεις, και αφου όλοι ξερουμε ότι η ανακοπη θα δικαζεται σε τρια-τεσσερα χρόνια, (θυμηθείτε, υποτιθεται ότι και κοι εργατικες εκ του νομου δικαζονται, λεει, σε ...15 μερες κλπ κλπ)γιατι κοροιδευόμαστε? Να βγαλουμε μια διάταξη όπου ευθεως να παραδοχόμαστε ότι ουδείς οφειλει να πληρώνει τα χρέη του -εκτός εαν προκειται για χρεη ρπος τό Δημοσιο, οπότε και θα επιταχυνθεί πάραυτα η απονομη της δικαιοσύνης, μιας και θα δικάζονται μονο διαζύγια.Σκεφθηκε κανεις αυτον πν ιδιοκτητη που βλεπει τον ενοικιαστή αν μενει στο σπίτ του χωρις να πληρώβν ει?? Ενω ο ίδιος πρεπει να πληρωνει ΑΜΕΣΩΣ καθε νέο φορο και τελος που καθημερινά, πλέον, επιβάλλεται??? Η τον επαγγελματάι που ενω του χρωστάνε, δεν μπορεί να εισπραξει, με αποτέλεσμα να γινεται και αυτος ένας κακός οφειλέτης??

  • 12 Ιανουαρίου 2012 01:09:43
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Oρθό θεωρητικώς να αναστέλλεται η εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής με την άσκηση ανακοπής, αφού δενπαρέχει τα εχέγγυα πλήρους και κατ`αντιμωλίαν δικαστικής κρίσεως. Όμως οι 60 ημέρες είναι ρύθμισ lex imperfecta και εάν δεν τηρηθεί στην πράξη ( όπερ σίγουρο με τα σημερινά δεδομένα), τότε θα μετατραπεί η διαταγή πληρωμής και η ανακοπη σε καταφύγιο κακοπληρωτών και η όλη διαδικασία θα απωλέσει τον απλουστευτικό χαρακτήρα και σκοπό της και θα μετατραπεί σε τακτική αγωγή για την οφειλή εντοις πράγμασι. Από την στιγμή που δεν είναι πρακτικώς εφαρμόσιμο το 60ήμερο υπαρχει κίνδυνος. Αν εφαρμοσθεί τότε είναι ορθή η διάταξη.Είναι θέμα πραγματικής εφαρμογής.Επίσης ορθό θα ήταν να προστεθεί ρύθμιση, με την οποία θα πρέπει για την χορήγηση της αναστολής να κατατίθεται εγγύηση π.χ. ίση με το 1/3 ή 1/4 της επιδικασθείσας οφειλής ως ένα minimum αντάλλαγμα για την άρση της εκτελεστότητος, ώστε να μην βλάπτεται υπερβολικώς ο δανειστής, και να ωφελείται μόνο ο οφειλέτης.Επίσης η εγγύηση από το πρωτοβάθμιο διακστήριο εποί της ανακοπής για την συνέχιση της αναστολής μέχρι τελεσιδικίας θα πρέπει να είναι υποχρεωτική , πολλώ μαλλον ότα απορρίπτεται η ανακοπή σε πρώτο βαθμό.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:28:39
    Σέργιος Μαναράκης

    Πρέπει όμως με κάποιον τρόπο να ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΘΕΙ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ του δανειστή. Δεδομένου μάλιστα ότι η συντρηπτική πλειονότητα των διαταγών πληρωμής αφορά σε ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ απαιτήσεις. Η αναστολή των 60 ημέρων (που στην πράξη μπορεί να είναι μερικών ... ετών αν λάβουμε υπόψη τις σημερινές δικασίμους) είναι η καλύτερη λύση για τον κακοπληρωτή. Θα καταθέτει ανακοπή με "ανύπαρκτούς" λόγους και το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα πληρώσει ποτέ. Κατά τη γνώμη μου η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολής θα έπρεπε υποχρεωτικά (ως προϋόθεση) να συνοδεύεται με την καταβολή εγγύησης. Αλλιώς να μην χορηγείται, να έχει όμως το δικαίωμα ο οφειλέτης να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής.

  • 8 Ιανουαρίου 2012 11:18:37
    ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ

    Σωστό μέτρο η αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής δια ασκήσεως ανακοπής εφόσον όμως η ανακοπή πράγματι θα συζητείται εντός 60 ημερών από της καταθέσεώς της. Πολύ φοβάμαι όμως ότι και σε αυτή την περίπτωση θα κατατίθενται σωρεία ανακοπών (εκ των οποίων σημαντικός αριθμός θα είναι προδήλως αβάσιμες)μόνο και μόνο για την εξασφάλιση της αναστολής οι οποίες θα δικάζονται λόγω φόρτου πινακίων μετά από τέσσερα χρόνια ως συμβαίνει σήμερα.


2. Το άρθρο 633 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής.

2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δέκα εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η αναστολή εκτέλεσης που προβλέπεται από την παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εµπρόθεσµα και νόµιµα και οι λόγοι της είναι νόµιµοι και βάσιµοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωµής. ∆ιαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωµής.

2. Αν δεν έχει ασκηθεί εµπρόθεσµα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωµής µπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωµα να ασκήσει την ανακοπή µέσα σε προθεσµία δέκα εργασίµων ηµερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή δεν αναστέλλει την εκτελεστότητα της διαταγής πληρωµής. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσµία, η διαταγή πληρωµής αποκτά δύναµη δεδικασµένου και είναι δυνατό να προσβληθεί µόνο µε αναψηλάφηση». 

  • 9 Ιανουαρίου 2012 22:30:04
    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ

    Θεωρώ ότι η δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό την στιγμή που ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει όποιες ενστάσεις έχει για τον τίτλο κατά την διαδικασία των ά. 933 επ. του Κ.Πολ.Δικ. Σε κάθε περίπτωση η έλλειψη της αντιμωλίας των διαδίκων μπορεί να καλυφθεί μέσω της μεγαλύτερης προθεσμίας ανακοπής


3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 643 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας µετά το δεύτερο εδάφιο προστίθενται νέα εδάφια, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Ο δικαστής αποφαίνεται οριστικά αμέσως και δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή. Αν δεχτεί την αγωγή, μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα σε εγγυοδοσία.

"2. Τα άρθρα 649 και 650 εφαρμόζονται αναλόγως".

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Ο δικαστής αποφαίνεται οριστικά αμέσως και δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή. «Η απόφασή του δηµοσιεύεται σε δηµόσια συνεδρίαση το αργότερο µέχρι και σαράντα οκτώ (48) ώρες µετά τη λήξη της προθεσµίας του άρθρου 591 παράγραφος 1, περίπτωση δ’ του ΚΠολ∆, καταχωριζόµενου του διατακτικού της στα πρακτικά. Αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί ο δικαστής να εκδώσει την απόφασή του σε µεταγενέστερο χρόνο, έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί την ηµέρα και ώρα που θα δηµοσιευθεί η απόφαση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, εντός αποκλειστικής προθεσµίας είκοσι (20) ηµερών από την συζήτηση της αγωγής. Εντός της ίδιας προθεσµίας οφείλει να συντάξει, χρονολογήσει και υπογράψει την απόφαση που περιέχει αιτιολογικό και διατακτικό». Αν δεχτεί την αγωγή, μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα σε εγγυοδοσία.

"2. Τα άρθρα 649 και 650 εφαρμόζονται αναλόγως". 

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:52:23
    Παντελής Γαγάνης

    Το αρθρο 643 δεν εχει καμια σχέση εμ την ανακοπή κατα Διαταγης Πληρωμης, αλλα ειναι στο Κεφαλαιο 'Πιστωτικοι Τιτλοι". Πάλι καποιος έγραψε κατι στα βιαστικά.

  • 12 Ιανουαρίου 2012 01:17:04
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Oρθή διάταξη από τηνσ τιγμή που η ισχύουσα ρύθμιση δεν εφαρμνόζεται διότι είναι πρακτικώς αδύνατον.Αμφιβάλλω όμως εάν θα είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και η νέα διάταξη. ίσως χρειάζονται μεγαλύτερες προθεσίες.(20 ήμερο και 40ήμερο αντιστοίχως)


1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 647 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. "Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 δικάζονται όλες οι κύριες ή παρεπόμενες διαφορές από μίσθωση κάθε είδους πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία".

2. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 αριθ. 2. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 δικάζονται όλες οι κύριες ή παρεπόµενες διαφορές από µίσθωση κάθε είδους πράγµατος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειµένου ή από επίµορτη αγροληψία, καθώς και διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 β’ ΚΠολ∆ και 643 παρ. 1 ΚΠολ∆».

2. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 αριθ. 2. 

  • 12 Ιανουαρίου 2012 23:57:42
    Παντελής Γαγάνης

    Σιγουρα των αρθρων 591 παρ 1β και 643 παρ 1 ΚΠΟλΔ? Μηπως εννοεί κάτι άλλο?? Η εχει γινει λανθασμένη εκτυπωση???


2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 666 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου  εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων.

2. Ο ειρηνοδίκης, με αίτηση του εναγομένου, που υποβάλλεται κατά την "συζήτηση"* στο ακροατήριο έχει δικαίωμα να παραπέμψει την εκδίκαση της διαφοράς στο μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του, αν είναι εκκρεμής στο δικαστήριο αυτό αγωγή του εναγομένου κατά του ενάγοντος για απαίτηση από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 663 και αυτή επιδέχεται συμψηφισμό με εκείνη που παραπέμπεται.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 466 έως 472 δεν εφαρμόζονται στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663. 

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου  εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων.

2. Ο ειρηνοδίκης, με αίτηση του εναγομένου, που υποβάλλεται κατά την "συζήτηση"* στο ακροατήριο έχει δικαίωμα να παραπέμψει την εκδίκαση της διαφοράς στο μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του, αν είναι εκκρεμής στο δικαστήριο αυτό αγωγή του εναγομένου κατά του ενάγοντος για απαίτηση από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 663 και αυτή επιδέχεται συμψηφισμό με εκείνη που παραπέμπεται.

«3. Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663 εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1β’ και 643 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 466 έως 472»


3.Το άρθρο 672 Α του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Οι αποφάσεις επί των διαφορών για μισθούς υπερημερίας και για καθυστερούμενους μισθούς εκδίδονται υποχρεωτικώς, στο μεν πρώτο βαθμό εντός δεκαπέντε ημερών, στο δε δεύτερο βαθμό εντός μηνός, από την ημέρα της συζητήσεως της αγωγής. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«Η συζήτηση των αγωγών επί των διαφορών για µισθούς υπερηµερίας και για καθυστερούµενους µισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ηµερών. Σε περίπτωση που ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, αυτή  συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιµο της αγωγής». 

  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:07:48
    Παντελής Γαγάνης

    Εάν προκειται να δικαστουν στην ιδια δικασιμο, γιατι τα διπλα έξοδα της χωριστης αιτησης αφαλιστικων μετρων? Αλλα και ποιό τό νόημα της, δηλαδή ο δικαστης θα εκδιδει δυο αποφασεις, μια επι της αιτησεως, και άλλη επι της αγωγης? Στην πραξη θα εκδίδει μονο μία, οποτε τα ασφαλιστικα μέτρα πανε περιπατο, και αυτο φαινεται να ειναι το πραγματικό θελημα του συντακτου. Οσο για τις 60 ημερες, δεν χρυσωνεται το χάπι, γιατι θα δικαζονται σε δυο τρια χρονια στα σιγουρα, όπως περιπατο πήγανε και τα εξαμηνα των ειδικων, και τα 15ημερα για εκδοση αποφάσεων στις εργατικες, κλπ κλπ. .

  • 12 Ιανουαρίου 2012 01:27:00
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    έχει νόημα και λόγο ύπαρξης το 60ήμερο εφόσον τηρηθεί, όμως δεν έχει νόημα η ξεχωριστή άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων , που θα εκδικάζεται κατά την ίδια δικάσιμο.Θα μπορούσε να σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο.Επαναλαμβάνω όμως ότι εάν δεν τηρείται το 60ήμερο ΑΥΣΤΗΡΩΣ , τότε υπάρχει "κερκόπορτα" για την εν τοις πράγμασι αντισυνταγματική κατάργηση της προσωρινής δικαστικής προστασίας και μάλιστα σε ιδιαιτέρως ευαίσθητη περίοδο για τους εργαζόμενους επ`ωφελεία των εργοδοτών. Αν όντως ο νομοθέτης εν προκειμένω έχει αγνά κίνητρα και προθέσεις τότε πρέπει να προστεθεί ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο ΔΕΝ ΤΗΡΕΙΤΑΙ ΤΟ 60ΗΜΕΡΟ, τότε υπάρχει δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε ξεχωριστή διαδικασία όπως ισχύει μέχρι και σήμερα.Αυτό βέβαια θα προκαλεί πρακτικά προβλήματα κατά την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, όπου ο αιτών θα πρέπει να αποδεικνύει ενώπιον του Προεδρου υπηρεσίας ή του γραμματέως ότι έχει ασκήσει αγωγή, η οποία δεν προσιδορίστηκε εντός 60ημερων και συνεπώς θα πρέπει να προσκομίζει και επιδεικνύει το δικόγραφο της αγωγής.

  • 11 Ιανουαρίου 2012 23:36:18
    Σέργιος Μαναράκης

    Και πιο το νόημα της άσκησης ασφαλιστικών μέτρων με ξεχωριστό δικόγραφο αν πρόκειται να συζητηθούν μαζί; Θα μπορούρε απλά να επιτρέπεται στο δικόγραφο της κύριας αγωγής η ΣΩΡΕΥΣΗ και αιτημάτων ασφαλιστικών μέτρων. Γιατί να επιβαρύνονται δύο διαφορετικές γραμματείες, να γίνονται διπλές επιδώσεις κλπ; Επίσης, στην περίπτωση που η χορηγούμενη δικάσιμος είναι απώτερη των 60 ημερών θα πρέπει να επιτρέπεται και η άσκηση ασφαλιστικών μέτρων.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 00:41:27
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΡΗΣ

    Υπό την αίρεση της πραγματικής τήρησης μιας τέτοιας διάταξης (βλ. άρθρ. 32 Ν.1545/85 ή αρθρ.1 Ν.3346/05 ο οποίος μιλούσε για εξάμηνο προσδιορισμό στις ειδικές, τηρήθηκε για λίγους μήνες και σήμερα έχει, ασφαλώς, "ξεχαστεί",)είναι μία σωστή ρύθμιση. Για την αποφυγή όμως παρερμηνειών στην περίπτωση δικαστικής αξίωσης μη καταβληθείσης αποζημίωσης απόλυσης ή της τυχόν διαφοράς της (που,πλέον, τείνει να γίνει ο κανόνας στις απολύσεις), σκόπιμο είναι να γίνει ειδική μνεία όπως π.χ. "Η συζήτηση των αγωγών επί των διαφορών για μισθούς υπερημερίας, καθυστερούμενους μισθούς και καταβολή ή συμπλήρωση αποζημίωσης απόλυσης....". Το καλύτερο θα ήταν να υπήρχε γενική ρύθμιση για όλες τις εργατικές διαφορές αλλά, ας όψεται...


4. Στο περιεχόµενο της παραγράφου 2 του άρθρου 681 Β’ του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας η λέξη « πολυµελή » αντικαθίσταται µε τη λέξη «µονοµελή».

Προγενέστερο κείμενο

1. Με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 δικάζονται οι διαφορές που αφορούν: α) Τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β)την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπόλοιπων ανιόντων με το τέκνο, γ)* τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

2. Οι διαφορές της πρώτης παραγράφου, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές των άρθρων 592 παράγρ. 1 ή 614 παράγρ. 1, μπορεί να εισάγονται, και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την ειδική διαδικασία των άρθρων 593 έως 612 ή 616 έως 622.

3. Η ανταγωγή συνεκδικάζεται με την αγωγή, είτε παρίσταται ο ενάγων είτε ερημοδικεί, μόνο αν πέντε τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα το σχετικό δικόγραφο ή κατατέθηκαν οι προτάσεις που περιέχουν την ανταγωγή και αυτό βεβαιώνεται σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1. 

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 δικάζονται οι διαφορές που αφορούν: α) Τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β)την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπόλοιπων ανιόντων με το τέκνο, γ)* τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

2. Οι διαφορές της πρώτης παραγράφου, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές των άρθρων 592 παράγρ. 1 ή 614 παράγρ. 1, μπορεί να εισάγονται, και στα «µονοµελή» πρωτοδικεία και να δικάζονται με την ειδική διαδικασία των άρθρων 593 έως 612 ή 616 έως 622.

3. Η ανταγωγή συνεκδικάζεται με την αγωγή, είτε παρίσταται ο ενάγων είτε ερημοδικεί, μόνο αν πέντε τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα το σχετικό δικόγραφο ή κατατέθηκαν οι προτάσεις που περιέχουν την ανταγωγή και αυτό βεβαιώνεται σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1. 


5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 683 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από τα μονομελή πρωτοδικεία.

2. Αν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από αυτά.

3. Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεστούν. 

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από τα μονομελή πρωτοδικεία.

«2. Αν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην καθ’ ύλην αρµοδιότητα των ειρηνοδικείων τα ασφαλιστικά µέτρα διατάσσονται από αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσηµείωσης υποθήκης».

3. Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεστούν.

  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:12:58
    Παντελής Γαγάνης

    Ο κ. Παναγιωτακοπουλος εχει δίκιο, αλλα όπως πανε τα πράγματα, υπαρχουν φαινεται ικανοι συντακτες παρομοιων νομοθετημάτων που μπορουν (σε επομενη φάση) να εφευρουν ακομη και "κατωτερα δικαστηρια", ρπςο αναθεση αυτωντ ων υποθέσεων, πχ συμβολαιογραφους, ορκωτους ελεγκτές (μην ξεχναμε το αειμνηστο εκεινο ΣΕΠΤΑ που θα ελυνε, αντι δικαστηριων, τις διαφορες αποζημιωσεων απο αυτοκινητα) κλπ κλπ. Καλη διάθεση να υπαρχει, συναδελφε, και όλα ....λυνονται!!!

  • 12 Ιανουαρίου 2012 01:32:11
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    NOMIZΩ ΟΤΙ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΜΕ ΥΠΕΡΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ ΣΕ "ΚΑΙΑΔΑ" ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΟΜΕΛΩΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΩΝ, ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΑΠΛΩΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ,ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ- ΕΑΝ ΕΦΑΡΟΜΟΣΤΟΥΝ ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ - ΟΤΙ ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΤΕΙ ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΑΠΟ ΥΠΕΡΦΟΡΤΩΣΗ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΝ ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΤΟΕΡΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΑ. ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΠΟΦΟΡΤΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΔΙΑΘΗΚΩΝ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΩΝ, ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ ΚΤΛ;;;ΑΣ ΥΠΑΡΞΕΙ ΛΙΓΟ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΟΤΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΟΠΟΤΕ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΕΝΕΡΓΗΣΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΙΚΑ.


1. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται και προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής: 2. Στο άρθρο 691 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής και η παράγραφος 5 αυτού αναριθµε

Προγενέστερο κείμενο

1. Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση.

2. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.

3. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζει το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και το δικαίωμα, στην εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου αποβλέπει ή την κατάσταση την οποία ρυθμίζει.

«4. Για την έκδοση της προσωρινής διαταγής καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός αν ο δικαστής ορίσει συντομότερη προθεσμία κλητεύσεως. Αν υφίσταται κίνδυνος βλάβης των δικαιωμάτων του αιτούντος, η προσωρινή διαταγή μπορεί να χορηγηθεί και χωρίς κλήτευση του αντιδίκου. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να συζητείται υποχρεωτικά εντός τριάντα (30) ημερών, άλλως παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής. Σε κάθε περίπτωση ο αντίδικος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.»

«5. Η προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται, μαζί με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε, στην αρχή που είναι αρμόδια να τηρεί το βιβλίο κατασχέσεων ή το νηολόγιο ή το Μητρώο, και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.» 

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση.

2. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.

3. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζει το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και το δικαίωμα, στην εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου αποβλέπει ή την κατάσταση την οποία ρυθμίζει.

«4. Για την έκδοση της προσωρινής διαταγής καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός αν ο δικαστής ορίσει συντομότερη προθεσμία κλητεύσεως. Αν υφίσταται κίνδυνος βλάβης των δικαιωμάτων του αιτούντος, η προσωρινή διαταγή μπορεί να χορηγηθεί και χωρίς κλήτευση του αντιδίκου. «Σε κάθε περίπτωση αν γίνει δεκτό το αίτηµα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών µέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση µέσα σε τριάντα ηµέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, άλλως παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση»Σε κάθε περίπτωση ο αντίδικος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.»

«5. Το δικαστήριο αποφαίνεται οριστικά αµέσως και δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Η απόφασή του δηµοσιεύεται σε δηµόσια συνεδρίαση µετά την περάτωση της ακροαµατικής διαδικασίας και το αργότερο µέχρι και σαράντα οκτώ (48) ώρες µετά την συζήτηση, καταχωριζοµένου του διατακτικού της κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του σε µεταγενέστερο χρόνο, αυτός που διευθύνει την συζήτηση έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί την ηµέρα και ώρα που θα δηµοσιευθεί η απόφαση µε συνοπτική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του επικαλούµενου δικαιώµατος και τη συνδροµή ή µη επικείµενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης, εντός αποκλειστικής προθεσµίας είκοσι (20) ηµερών από την συζήτηση της αίτησης. Εντός της ίδιας προθεσµίας ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση οφείλει να συντάξει, χρονολογήσει και υπογράψει την απόφαση».

«6. Η προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται, μαζί με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε, στην αρχή που είναι αρμόδια να τηρεί το βιβλίο κατασχέσεων ή το νηολόγιο ή το Μητρώο, και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.» 


1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 740 αντικαθίσταται ως εξής: 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 740 αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται οι υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739, εκτός από:

α) εκείνες που αφορούν την υιοθεσία, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων,

β) εκείνες που από το νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων.

2. Στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 δεν επιτρέπεται παρέκταση της αρμοδιότητας.

3. Στην κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγεται και η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Στην αρµοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739, εκτός από  την ανακοπή του άρθρου 787 και 82 ΑΚ, η οποία υπάγεται στην αρµοδιότητα του µονοµελούς πρωτοδικείου.».

2. Στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 δεν επιτρέπεται παρέκταση της αρμοδιότητας.

«3. Στην κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγεται και η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου».


ο άρθρο 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Με επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του μονομελούς πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 έως 781.

2. Το μονομελές πρωτοδικείο κηρύσσει εκτελεστό τον αλλοδαπό τίτλο, εφόσον είναι εκτελεστός κατά το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε και δεν είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη.

3. Αν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να κηρυχθεί εκτελεστός πρέπει να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ. 2 έως 5.

4. Οι διατάξεις των παρ. 1 έως 3 εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση. 

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συµβάσεις µπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισµένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό µε διαταγή του δικαστή του µονοµελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαµονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαµονή, του δικαστή του µονοµελούς πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους.

2. Ο δικαστής του µονοµελούς πρωτοδικείου, κηρύσσει εκτελεστό τον αλλοδαπό τίτλο, εφόσον είναι εκτελεστός κατά το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε και δεν είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δηµόσια τάξη.

3. Αν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να κηρυχθεί εκτελεστός πρέπει να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ.2 έως 5.

4. Οι διατάξεις των παρ. 1 έως 3 εφαρµόζονται και για την αναγνώριση δεδικασµένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση.

5. Τη διαταγή των παραγράφων 1 έως 3 ανακόπτει ενώπιον του Μονοµελούς Εφετείου αυτός που έχει έννοµο συµφέρον».

  • 8 Ιανουαρίου 2012 11:28:11
    ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ

    Η παραπάνω διάταξη θα πρέπει να επεκταθεί και στις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του ΚΑΝ 44/2001 στα πλαίσια πάντοτε του άνω Κανονισμού ώστε να μην παρατηρείται το απαράδεκτο φαινόμενο να προσδιορίζεται η συζήτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας μιας τέτοιας απόφασης μετά από ένα και πλέον έτος. Αν δεν γίνει αυτό τότε μια απόφαση π.χ. από τις ΗΠΑ θα κηρύσσεται συντομότερα εκτελεστή από ότι μια απόφαση από την Γαλλία.


1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 933 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση είναι απόφαση του ειρηνοδικείου, και στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση.

 2. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.

 3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330.

 4. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 και 3. 


     Προτεινόμενο κείμενο
1. «Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννοµο συµφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται µόνο µε ανακοπή που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, και στο Μονοµελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση».
2. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.
3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330.
4. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 και 3.
  • 14 Ιανουαρίου 2012 00:24:33
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΟΡΘΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ , Η ΟΠΟΙΑ ΑΙΡΕΙ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ, ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘ`ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΚΑΣΕΩΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ, ΣΤΡΕΦΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΕΚΔΟΘΕΙΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ. Ο ΟΡΟΣ "ΑΣΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ" ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣΕ ΣΥΓΧΥΣΗ, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ.

  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:18:28
    Παντελής Γαγάνης

    Μια τροποποίηση που έπρεπε να ισχύει απο την πρωτη συνταξη του ΚΠολΔ


2.Το άρθρο 935 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννηµένοι και µπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύµφωνα µε το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε µεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτηµα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

  • 20 Φεβρουαρίου 2012 22:29:41
    Γεώργιος Γεωργούλας

    Εις βάρος των οφειλετών και αυτή η διάταξη. Μπορεί να είναι ήδη γεγενημένοι οι λόγοι, αλλά εφόσον δεν έχουν προταθεί και απορριφθεί επί της ουσίας, είναι δυνατόν να προταθούν μεταγενεστέρως. Πολλάκις αφορούν σε τεχνικά ζητήματα. Τούτο είναι αληθές κυρίως στις διαφορές μεταξύ Τραπεζών και των οφειλετών τους. Εάν π.χ. ο οφειλέτης πήγε στον Χ Δικηγόρο που πρότεινε τρεις λόγους ενώ υπήρχαν τέσσερις, δεν θα πρέπει να μην του επιτραπέι σε ενδεχόμενη νέα ανακοπή να προτείνει και το λόγο που δεν είχε αρχικώς προτείνει. Η δίκη της ανακοπής και οι λόγοι αυτής δεν θα πρέπει να εξομοιούνται με τους οψιγενείς ισχυρισμούς του άρθρου 269 ΚΠολΔ.


3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 937 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση

 1) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση,

 2) δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο,

 3) η προθεσμία και η άσκηση ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

 2. Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες.


 

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση

1) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση,
2) δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο,
3) η προθεσμία και η άσκηση ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.
2. Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες.
«Στις δίκες σχετικά µε την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παρ. 1β’ ΚΠολ?»
  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:23:00
    Παντελής Γαγάνης

    Με ποιά τάχα λογικη εδω και στις εργατικες δεν χρειάζεται προκαταθεση των προτάσεων, και στις άλλες ειδικες απαιτειται με το νεο αυτο σχέδιο???


4.Το άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση.

2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η παρ. 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή και αν πρόκειται για πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος, οι οποίοι μπορούν να εμποδίσουν με σημείωμά τους την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής.
"3. Οι κατά την παρ. 1 αιτήσεις ασκούνται και δικάζονται κατά τα άρθρα 686 επ. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού".
"4. Η αναστολή της παρ. 1 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση για την ανακοπή και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Όταν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη ή σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση που υποβλήθηκε ή αν δεν υποβλήθηκε αίτηση, η αναστολή κατά την παρ. 1 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατά τη συζήτηση της ανακοπής". 


     Προτεινόμενο κείμενο

«Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η συζήτηση της οποίας υποχρεωτικά προσδιορίζεται εντός εξήντα (60) ηµερών, αναστέλλει την αναγκαστική εκτέλεση. Το δικαστήριο που συζητεί την ανακοπή µπορεί να διατηρήσει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης µε εγγύηση ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ανακοπή.»

  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:34:07
    Παντελής Γαγάνης

    Λάθος διαταξη, οι 60 ημερες δεν προκειται να τηρηθούν ποτέ και η ανρησιδικία όλο και θα αυξάνεται, μεχρι να απελπιστει ο κοσμος και να παψει να πηγαινει στα δικαστηρια, και αυτο θα ειναι το χειρότερο γιατι θα βρει άλλους τρόπους να εισπραττει.

  • 13 Ιανουαρίου 2012 00:28:40
    Παντελης Γαγανης;

    Βεβαιως οι 6ο ημερες δεν προκειται να τηρηθουν ποτέ, να άλλο ένα μέτρο υπερ των κακών (ή καλών) οφειλετών και κατα των (κακων ή καλών) δανειστών. Αλλα επειδή ο αριθμος των απληρωτων επιταγων και συναλλαγματικών ειναι πλέον σε ύψη δυσθεώρητα, μάλλον οι κακοι οφειλετες ευνοούνται (ισως για να τους περισσευουν χρηματα να πληρωνουν τους φόρους) και οι καλοι δανειστές πληττονται (αληθεια, αυτοι απο που θα βρουνε χρήματα για να πληρωσουν τους δικους τους φόρους?)


5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 941 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

Μέσα της αναγκαστικής εκτέλεσης

 

1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ορισμένο κινητό πράγμα ή ποσότητα από ορισμένα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση το πράγμα ή την ποσότητα των πραγμάτων που οφείλεται και τα παραδίδει σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση.

 

2. Αν το πράγμα που οφείλεται δεν βρέθηκε, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση υποχρεώνεται, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να δώσει βεβαιωτικό όρκο ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει πού βρίσκεται. Το δικαστήριο μπορεί κατά τις περιστάσεις να ορίσει και διαφορετικά το περιεχόμενο του όρκου. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης ή της κατοικίας εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και, αν δεν έχει κατοικία, της διαμονής του. 


     Προτεινόμενο κείμενο

 

Μέσα της αναγκαστικής εκτέλεσης

 

1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ορισμένο κινητό πράγμα ή ποσότητα από ορισμένα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση το πράγμα ή την ποσότητα των πραγμάτων που οφείλεται και τα παραδίδει σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση. «Η παράγραφος 5 του άρθρου 943 εφαρµόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση για αφαίρεση κινητού»

 

2. Αν το πράγμα που οφείλεται δεν βρέθηκε, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση υποχρεώνεται, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να δώσει βεβαιωτικό όρκο ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει πού βρίσκεται. Το δικαστήριο μπορεί κατά τις περιστάσεις να ορίσει και διαφορετικά το περιεχόμενο του όρκου. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης ή της κατοικίας εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και, αν δεν έχει κατοικία, της διαμονής του.



6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 1023 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

1. Την κατάσχεση δικαιωμάτων του άρθρου 1022 διατάζει, ύστερα από αίτηση εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, το μονομελές πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ.

 

2. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιτρέψει την κατάσχεση, αν κρίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει η αναγκαστική εκτέλεση ή ότι το αποτέλεσμά της θα είναι ασύμφορο.


 

     Προτεινόμενο κείμενο

 

1. «Την κατάσχεση δικαιωµάτων του άρθρου 1022 διατάζει ύστερα από αίτηση εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, το ειρηνοδικείο, κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ.».

 

2. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιτρέψει την κατάσχεση, αν κρίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει η αναγκαστική εκτέλεση ή ότι το αποτέλεσμά της θα είναι ασύμφορο.



Στο άρθρο 3 του Εισαγωγικού Νόµου του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

1. Στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτόν, από την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του.

 

2. Στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ'αναφορά διαδικασία γενικά του προέδρου πρωτοδικών ή στη διαδικασία των άρθρων 634 έως 639 της Πολιτικής Δικονομίας ή 564 έως 568 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το μονομελές πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

 

3. Στις περιπτώσεις που διατάξεις νόμων παραπέμπουν στην επ' αναφορά διαδικασία ενώπιον του πρωτοδικείου ή στη διαδικασία των άρθρων 640 έως 645 της Πολιτικής Δικονομίας ή 557 έως 560 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 740 επ., εκτός αν ο νόμος αυτός ορίζει διαφορετικά.

 

 


     Προτεινόμενο κείμενο

 

1. Στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτόν, από την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του.

 

2. Στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ'αναφορά διαδικασία γενικά του προέδρου πρωτοδικών ή στη διαδικασία των άρθρων 634 έως 639 της Πολιτικής Δικονομίας ή 564 έως 568 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το μονομελές πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

 

3. Στις περιπτώσεις που διατάξεις νόμων παραπέμπουν στην επ' αναφορά διαδικασία ενώπιον του πρωτοδικείου ή στη διαδικασία των άρθρων 640 έως 645 της Πολιτικής Δικονομίας ή 557 έως 560 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 740 επ., εκτός αν ο νόμος αυτός ορίζει διαφορετικά.

 

4. «Στις περιπτώσεις που διατάξεις νόµων προσδιορίζουν, για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αρµοδιότητα πρωτοδικείων, αρµόδια είναι τα ειρηνοδικεία. Εξαιρούνται µόνον οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας του ν. 3588/2007 (άρθρο 4), καθώς και του ν. 2664/1998». 



1. Το άρθρο 32 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ) αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

Δήλωσις τρίτου

 

1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λογω αποστάσεως. Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι' αναφοράς επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ' απλού χάρτου ην αποστέλλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών.

 

2. Η γενομένη επί τη κατασχέσει του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει δια το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν.


     Προτεινόμενο κείμενο

 

Δήλωσις τρίτου

 

«1. Μέσα σε οκτώ (8) ηµέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν δεν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόµενα στο κατασχετήριο έγγραφο χρήµατα, καθώς και άλλα πράγµατα ή αν δεν υποχρεούται σε άµεση απόδοσή τους λόγω υφισταµένων µεταξύ αυτού και του οφειλέτη συµφωνιών ή από άλλο νόµιµο λόγο.

 

2. Η δήλωση της παραγράφου 1 γίνεται µε έγγραφο που επιδίδεται µε δικαστικό επιµελητή σε εκείνον που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο».


  • 14 Ιανουαρίου 2012 00:31:10
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΟΡΘΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ, ΜΕ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΛΕΟΝ ΤΡΟΠΟ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΞΩΔΙΚΟΥ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ. ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ ΙΣΩΣ Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΕ ΕΞΟΔΑ ΕΠΙΔΟΣΕΩΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΟΥ. ΙΣΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΔΟΘΕΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΩΣ ΔΙΑ ΕΝΥΠΟΓΡΑΦΟΥ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΘΕΩΡΗΜΕΝΟ ΤΟ ΓΝΗΣΙΟ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΥΣΤΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΛΗ ΝΑ ΚΑΤΑΤΙΘΕΤΑΙ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΣΕ ΑΥΤΗΝ.


2. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 34 του ν.δ 356/1974 (ΚΕ∆Ε) αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

Ανακοπή κατά δηλώσεως τρίτου

 

Ανακοπήν κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδικείου γενομένης δηλώσεως. Η ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα. 


     Προτεινόμενο κείμενο
Ανακοπή κατά δηλώσεως τρίτου
«Ανακοπή κατά της δήλωσης ασκεί ο Προϊστάµενος ΔΟΥ µέσα σε ένα µήνα από την επίδοσή της». Η ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα.

 


Το άρθρο 11 του ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας

 

1. Ο γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέσως στον ειρηνοδίκη τη διάταξη της απόφασης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Η γνωστοποίηση γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, ακόμη και με τηλεομοιοτύπημα ή τηλεγράφημα. Αρμόδιος για τη σφράγιση είναι ο ειρηνοδίκης του τόπου όπου βρίσκονται τα πράγματα, ο οποίος υποχρεούται να εκτελέσει τη σφράγιση εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών με την παρουσία του συνδίκου ή και χωρίς αυτή. Σε κάθε περίπτωση ο ειρηνοδίκης, μόλις πληροφορηθεί με οποιονδήποτε τρόπο την κήρυξη της πτώχευσης οφείλει να ενεργήσει τη σφράγιση και χωρίς να έχει ειδοποιηθεί από τον γραμματέα.

 

2. Ο εισηγητής μπορεί να επιτρέψει να παραλειφθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, αν κατά την κρίση του η απογραφή είναι δυνατόν να περατωθεί εντός μιας (1) ημέρας.

 

3. Ο ειρηνοδίκης θέτει τις σφραγίδες στις θύρες και τα παράθυρα του καταστήματος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρίσκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την καταστροφή των σφραγίδων.

 

4. Δεν μπορεί να σφραγιστεί η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του ή τα κινητά που κατά το άρθρο 953 παράγραφος 3 του Κ.Πολ.Δ. είναι ακατάσχετα. Επίσης εξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο τα πράγματα που εξαιρέθηκαν από τη σφράγιση κατά το άρθρο 67, καθώς και τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα βραχυπρόθεσμα αξιόγραφα ή αυτά που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από τρίτο ή για τα οποία πρέπει να ληφθούν συντηρητικά μέτρα. Τα εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον ειρηνοδίκη και βεβαιώνεται με συνοπτική έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακριβώς στην έκθεση.

 

5. Για τη σφράγιση συντάσσεται από τον ειρηνοδίκη έκθεση, στην οποία αναφέρεται η περιγραφή των χώρων, όπου τέθηκαν οι σφραγίδες, τα σημαντικά έγγραφα και οι διαθήκες που τυχόν ανευρέθηκαν, τα τυχόν εξαιρεθέντα από τη σφράγιση πράγματα και καταχωρείται κάθε ισχυρισμός ή αντίρρηση των προσώπων που παρευρέθηκαν στη σφράγιση και κάθε τι που μπορεί να έχει σημασία για την πτώχευση και υπέπεσε στην αντίληψη του ειρηνοδίκη.

 

6. Η σφράγιση μισθωμένου από τον οφειλέτη εμπορικού καταστήματος, αποθήκης ή άλλου χώρου για την άσκηση της επιχείρησής του δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Μεσεγγυούχος των πραγμάτων που τυχόν ευρεθούν στο μίσθιο είναι ο εκμισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις του άρθρου 956 παράγραφος 4 του Κ.Πολ.Δ..


 

     Προτεινόμενο κείμενο

 

Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας

 

«1. Ο γραµµατέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αµέσως στον σύνδικο της πτώχευσης τη διάταξη της απόφασης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Η γνωστοποίηση γίνεται µε οποιοδήποτε πρόσφορο µέσο, ακόµη και µε τηλεοµοιοτύπηµα ή τηλεγράφηµα. Αρµόδιος για τη σφράγιση είναι ο σύνδικος της πτώχευσης, ο οποίος υποχρεούται να εκτελέσει τη σφράγιση εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών.

 

2. Ο εισηγητής µπορεί να επιτρέψει να παραλειφθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, αν κατά την κρίση του η απογραφή είναι δυνατόν να περαιωθεί εντός µιας (1) ηµέρας.

 

3. Ο σύνδικος θέτει τις σφραγίδες στις θύρες και τα παράθυρα του καταστήµατος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρίσκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να µην είναι δυνατή η είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την καταστροφή των σφραγίδων.

 

4. ?εν µπορεί να σφραγιστεί η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του ή τα κινητά του κατά το άρθρο 953 παρ.3 του ΚΠολ? είναι ακατάσχετα. Επίσης εξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αµέσως στον σύνδικο τα πράγµατα που εξαιρέθηκαν από τη σφράγιση κατά το άρθρο 67, καθώς και τα εµπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα βραχυπρόθεσµα αξιόγραφα ή αυτά που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από τρίτο ή για τα οποία πρέπει να ληφθούν συντηρητικά µέτρα. Τα εµπορικά βιβλία θεωρούνται από τον σύνδικο και βεβαιώνεται µε συνοπτική έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακριβώς στην έκθεση.

 

5. Για τη σφράγιση συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση, στην οποία αναφέρεται η περιγραφή των χώρων, όπου τέθηκαν οι σφραγίδες, τα σηµαντικά έγγραφα και οι διαθήκες που τυχόν ανευρέθηκαν, τα τυχόν εξαιρεθέντα από τη σφράγιση πράγµατα και καταχωρείται κάθε ισχυρισµός ή αντίρρηση των προσώπων που παρευρέθηκαν στη σφράγιση και κάθε τι που µπορεί να έχει σηµασία για την πτώχευση και υπέπεσε στην αντίληψη του συνδίκου.

 

6. Η σφράγιση µισθωµένου από τον οφειλέτη εµπορικού καταστήµατος, αποθήκης ή άλλου χώρου για την άσκηση της επιχείρησής του δεν εµποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του µισθίου στον εκµισθωτή. Μεσεγγυούχος των πραγµάτων που τυχόν ευρεθούν στο µίσθιο είναι ο εκµισθωτής, µέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρµόζονται σχετικά οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ.4 του ΚΠολΔ». 



2.Το άρθρο 68 του ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

 

Αποσφράγιση - απογραφή

 

1. Ο σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορισμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. Ο οφειλέτης καλείται πριν δύο (2) ημέρες, να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγιση και απογραφή. Αν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, στη θέση αυτού καλούνται οι κληρονόμοι του.

 

2. Η απογραφή γίνεται από τον σύνδικο με την παρουσία του ειρηνοδίκη. Ο σύνδικος μπορεί με την άδεια του εισηγητή να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτίμηση των πραγμάτων. Περί της απογραφής και της εκτίμησης των πραγμάτων συντάσσεται από το σύνδικο έκθεση που υπογράφεται από τον ίδιο, τον ειρηνοδίκη και τα άλλα παρόντα πρόσωπα. Οι σφραγίδες αφαιρούνται διαδοχικά, ανάλογα με την πορεία της απογραφής και κάθε διακοπή αναφέρεται στην έκθεση και υπογράφεται από όλους τους ανωτέρω. Εντός της επόμενης ημέρας από την περάτωση της απογραφής, η έκθεση κατατίθεται στον εισηγητή και όποιος έχει έννομο συμφέρον λαμβάνει από τον γραμματέα αμέσως ατελώς αντίγραφο.

 

3. Μόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, αν ήδη δεν έχουν παραδοθεί σ’ αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 67.

 

 


     Προτεινόμενο κείμενο

 

Αποσφράγιση - απογραφή

 

«1. Ο σύνδικος µέσα σε τρεις (3) ηµέρες από το διορισµό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. Ο οφειλέτης καλείται πριν δυο(2) ηµέρες, να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγιση και απογραφή. Αν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, στη θέση αυτού καλούνται οι κληρονόµοι του.

 

2. Η απογραφή γίνεται από τον σύνδικο. Ο σύνδικος µπορεί µε την άδεια του εισηγητή να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτίµηση των πραγµάτων. Περί της απογραφής και της εκτίµησης των πραγµάτων συντάσσεται από το σύνδικο έκθεση που υπογράφεται από τον ίδιο και τα άλλα παρόντα πρόσωπα. Οι σφραγίδες αφαιρούνται διαδοχικά, ανάλογα µε την πορεία της απογραφής και κάθε διακοπή αναφέρεται στην έκθεση και υπογράφεται από όλους τους ανωτέρω. Εντός της επόµενης ηµέρας από την περάτωση της απογραφής, η έκθεση κατατίθεται στον εισηγητή και όποιος έχει έννοµο συµφέρον λαµβάνει από τον γραµµατέα αµέσως ατελώς αντίγραφο.

 

3. Μόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εµπορεύµατα, τα χρήµατα και όλα τα πράγµατα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, αν ήδη δεν έχουν παραδοθεί σ’ αυτόν σύµφωνα µε το άρθρο 67». 


  • 9 Ιανουαρίου 2012 05:22:30
    Άννα Λιούμη

    Γιατί ανατίθεται η ευθύνη της σφράγισης στο σύνδικο μόνο, ενώ για την αποσφράγιση αναλαμβάνει ο ειρηνοδίκης, όπως μέχρι τώρα; Δεν μπορώ να αντιληφθώ εύκολα τη σκποιμότητα και το ωφέλιμο της προτεινόμενης αλλαγής, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται εάν ο σύνδικος θα συνεπικουρείται για τη σφράγιση, εάν θα έχει τη συνδρομή οργάνων του κράτους κλπ. Απαιτείται αναντίρρητα μια ταχύτητα στη σφράγιση που απουσιάζει μέχρι σήμερα, αλλά δεν μπορεί να έχει εξ ολοκλήρου αυτή την ευθύνη ο σύνδικος πριν καν την ανάληψη των καθηκόντων του και τη διαμόρφωση εικόνας για την πτώχευση, και χωρίς καμία βοήθεια και διαφύλαξη. Αυτά από την προσωπική μου ενασχόληση με το αντικείμενο. Είμαι πολύ επιφυλακτική με την προτεινόμενη διατύπωση.


1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 74 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 74 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απέλαση αλλοδαπού

 "1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. "Αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ανήλικος, για την απέλασή του λαμβάνεται υπόψη η τυχόν νόμιμη εγκατάσταση και παραμονή της οικογένειάς του στη χώρα ή στην περίπτωση που η οικογένειά του διαμένει στην αλλοδαπή, ο υφιστάμενος στη χώρα προορισμού σοβαρός κίνδυνος κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της προσωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας του". Οταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν

 

μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή".

 

2. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφάλειας των άρθρων 69, 71 και

 

72. Σ' αυτή την περίπτωση, η απέλαση μπορεί να διαταχθεί, σε αντικατάσταση αυτών των μέτρων.

 

3. Οι αλλοδαποί που απελάθηκαν με αυτόν τον τρόπο μπορούν να επιστρέφουν στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει μια τριετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο δύναται να παρατείνεται.

 

"Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Ελληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής".

 

"Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη τριμελούς συμβουλίου που αποτελείται από έναν σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πρόεδρο, τον οποίο προτείνει ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έναν ανώτερο αξιωματικό της Διεύθυνσης Αλλοδαπών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, τον οποίο προτείνει ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και τον διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου, καθώς και ο γραμματέας αυτού ορίζονται με τους αναπληρωτές τους για τρία έτη με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης." "4. Ο αλλοδαπός, μέχρι την απέλασή του, εξακολουθεί να παραμένει κρατούμενος σε ειδικούς χώρους των καταστημάτων κράτησης ή θεραπευτικών καταστημάτων".


     Προτεινόμενο κείμενο

Απέλαση αλλοδαπού

«1. Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαµβάνονται σε διεθνείς συµβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα, το δικαστήριο µπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη εάν κρίνει ότι η παραµονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν συµβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συµβίωσης, λαµβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήµατος για το οποίο καταδικάστηκε, τον βαθµό της υπαιτιότητας του αλλοδαπού, τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, τον χρόνο παραµονής του αλλοδαπού στο Ελληνικό έδαφος, τη νοµιµότητα ή µη της παραµονής του, την εν γένει συµπεριφορά, τον επαγγελµατικό προσανατολισµό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα τον βαθµό ένταξης αυτού στην Ελληνική κοινωνία. Αν ο αλλοδαπός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ανήλικος, για την απέλασή του λαµβάνεται υπόψη και η τυχόν νόµιµη εγκατάσταση και παραµονή της οικογένειάς του στη χώρα ή στην περίπτωση που η οικογένειά του διαµένει στην αλλοδαπή, ο υφιστάµενος στη χώρα προορισµού σοβαρός κίνδυνος κατά της ζωής, της σωµατικής ακεραιότητας ή της προσωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας του. Η απέλαση εκτελείται αµέσως µετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόµενη ποινή».

2. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφάλειας των άρθρων 69, 71 και
72. Σ' αυτή την περίπτωση, η απέλαση μπορεί να διαταχθεί, σε αντικατάσταση αυτών των μέτρων.
«3. Το δικαστήριο που αποφασίζει την απέλαση του αλλοδαπού δράστη επιβάλλει σε αυτόν απαγόρευση επανεισόδου του στη χώρα, για χρονικό διάστηµα δέκα (10) ετών ή επ’ αόριστον. Το συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, κατόπιν γνώµης της αρµόδιας αστυνοµικής αρχής, µπορεί να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα, αφού περάσει µια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης, µε την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρονικός περιορισµός του προηγούµενου εδαφίου δεν ισχύει σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάµο µε Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί ο γάµος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Το συµβούλιο αποφαίνεται αµετάκλητα και µπορεί να εξετάσει νέα αίτηση για επιστροφή µόνο µετά την πάροδο ενός έτους από την απόρριψη της προηγούµενης.
4. α) Η απέλαση εκτελείται µε ενέργειες των αρµόδιων αστυνοµικών αρχών, σύµφωνα µε την οικεία νοµοθεσία περί αλλοδαπών.
β) Ο αλλοδαπός µέχρι την εκτέλεση της απέλασής του, παραµένει υπό κράτηση σε ειδικούς χώρους των καταστηµάτων κράτησης ή των θεραπευτικών καταστηµάτων ή σε ειδικούς χώρους των αστυνοµικών αρχών που δηµιουργούνται για τον σκοπό αυτό, µε εντολή του εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής.
γ) Αν η απέλαση που έχει διαταχθεί δεν είναι δυνατό να εκτελεσθεί, το συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου κράτησης, κατόπιν πρότασης του αρµόδιου εισαγγελέα, αναστέλλει την απέλαση και επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 ή ορισµένους από αυτούς. Αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την αναστολή της απέλασης, η απόφαση για τη χορήγησή της ανακαλείται µε την ίδια διαδικασία.
δ) Η συνδροµή των προϋποθέσεων κράτησης επανελέγχεται ανά τρεις µήνες από τον εισαγγελέα του τόπου κράτησης. Το ανώτατο όριο κράτησης δεν µπορεί να υπερβαίνει το εξάµηνο. Μπορεί όµως, να παραταθεί για έξι µήνες, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά τις εύλογες προσπάθειες των αρµόδιων υπηρεσιών η εκτέλεση της απέλασης, µολονότι είναι δυνατή, καθυστερεί, επειδή ο αλλοδαπός αρνείται να συνεργασθεί ή καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αναµένεται η εκτέλεση της απέλασης σε σύντοµο χρονικό διάστηµα µετά την πάροδο του έτους, η κράτηση µπορεί να παραταθεί για έξι ακόµη µήνες.
ε) Για την παράταση της κράτησης αποφαίνεται αµετάκλητα το συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου κράτησης. Πέντε µέρες πριν από την συµπλήρωση των εξαµήνων που προβλέπονται ανωτέρω, η αρµόδια αστυνοµική αρχή αναφέρει, µε αιτιολογηµένη έκθεσή της, στον εισαγγελέα πληµµελειοδικών τους λόγους µη εκτέλεσης της απέλασης καθώς και το εφικτόν ή µη αυτής. Ο εισαγγελέας µέσα σε δέκα µέρες εισάγει την δικογραφία στο αρµόδιο συµβούλιο. Αν η κράτηση δεν παραταθεί µέσα σε προθεσµία τριάντα ηµερών µετά τη συµπλήρωση των εξαµήνων που προβλέπονται ανωτέρω, ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών διατάσσει την άρση της κράτησης του υπό απέλαση τελούντος αλλοδαπού.
στ) Ο κρατούµενος προς απέλαση αλλοδαπός µπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της κράτησής του, για τις οποίες αποφαίνεται αµετάκλητα το συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου κράτησης.»
 

1.Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 110 του Ποινικού Κώδικα, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Διαδικασία για τη χορήγηση και την ανάκληση της απόλυσης

1. Για τη χορήγηση και την ανάκληση της απόλυσης υπό όρο αποφασίζει το συμβούλιο των πλημμελειοδικών του τόπου της έκτισης της ποινής.

"Ο κατάδικος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, κατά την οποία μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο τον οποίο διορίζει με απλό έγγραφο θεωρημένο από το διευθυντή της φυλακής ή τις αρμόδιες αρχές".

"2. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται με αίτηση της διεύθυνσης του καταστήματος στο οποίο κρατείται ο κατάδικος. Η αίτηση υποβάλλεται ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου, που προβλέπει το άρθρο 105. Αν η διεύθυνση του ιδρύματος κρίνει ότι συντρέχουν προϋποθέσεις για τη μη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο υποβάλλει σχετική αναφορά μαζί με έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος στον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών, ο οποίος την εισάγει στο συμβούλιο".

3. Για την ανάκληση αποφασίζει το ίδιο δικαστικό συμβούλιο, ύστερα από πρόταση των αρχών που εποπτεύουν αυτόν που απολύθηκε.

4. Η εποπτεία αυτή μπορεί να ανατεθεί και σε εταιρεία προστασίας των αποφυλακιζομένων.

5. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, για να προληφθεί κίνδυνος της δημόσιας τάξης ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου διαμονής εκείνου που απολύθηκε μπορεί να διατάξει την προσωρινή σύλληψή του ύστερα από την οποία προκαλείται αμέσως με τη νόμιμη διαδικασία η απόφαση για την ανάκληση. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης, θεωρείται ότι αυτή επήλθε την ημέρα της σύλληψης.

     Προτεινόμενο κείμενο

Διαδικασία για τη χορήγηση και την ανάκληση της απόλυσης

1. Για τη χορήγηση και την ανάκληση της απόλυσης υπό όρο αποφασίζει το συμβούλιο των πλημμελειοδικών του τόπου της έκτισης της ποινής.

«Ο εισαγγελέας και ο κατάδικος δεν κλητεύονται ενώπιον του συµβουλίου και ο τελευταίος µπορεί, αφού λάβει γνώση, µέσω του διευθυντή του καταστήµατος κράτησης, της πρότασης του εισαγγελέα, να υποβάλει έγγραφο υπόµνηµα. Εάν όµως το συµβούλιο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο µπορεί να διατάξει την ενώπιόν του εµφάνιση του καταδίκου».

"2. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται με αίτηση της διεύθυνσης του καταστήματος στο οποίο κρατείται ο κατάδικος. Η αίτηση υποβάλλεται ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου, που προβλέπει το άρθρο 105. Αν η διεύθυνση του ιδρύματος κρίνει ότι συντρέχουν προϋποθέσεις για τη μη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο υποβάλλει σχετική αναφορά μαζί με έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος στον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών, ο οποίος την εισάγει στο συμβούλιο".

3. Για την ανάκληση αποφασίζει το ίδιο δικαστικό συμβούλιο, ύστερα από πρόταση των αρχών που εποπτεύουν αυτόν που απολύθηκε.

4. Η εποπτεία αυτή μπορεί να ανατεθεί και σε εταιρεία προστασίας των αποφυλακιζομένων.

5. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, για να προληφθεί κίνδυνος της δημόσιας τάξης ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου διαμονής εκείνου που απολύθηκε μπορεί να διατάξει την προσωρινή σύλληψή του ύστερα από την οποία προκαλείται αμέσως με τη νόμιμη διαδικασία η απόφαση για την ανάκληση. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης, θεωρείται ότι αυτή επήλθε την ημέρα της σύλληψης.


2. α. Τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παραγράφου 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απλή σωματική βλάβη

1. Οποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών***. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή***. Και αν είναι ασήμαντη, τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο.

2. Η σωματική βλάβη της παρ. 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.

3. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση. 

     Προτεινόμενο κείμενο

Απλή σωματική βλάβη

1. Οποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών***. «Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι ελαφρά τιµωρείται µε κράτηση µέχρι έξι µηνών».

2. Η σωματική βλάβη της παρ. 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.

3. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.

  • 24 Ιανουαρίου 2012 21:08:01
    ΓΕ3ΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ορθή ρύθμιση η αποποινικοποίηση της ασήμαντης σωματικής βλάβης , όσο και η πταισματοποίηση της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης.Αναξαρτήτως του τραγικού στην πλειοψηφία των διατάξεων του νομοσχεδίου και το γεγονός ότι βλάπτει κατάφωρα τόσο μτα συνταγματικά δικαιώματα προσφυγής στην δικαιοσύνη του πολ΄θτη, όσο και την εργασιακή ελευθερία τουν δικηγορικού κλάδου, οφείλω να ομολογήσω ότι είναι πλέον φαρσοκωμωδία η ενασχόληση των μονομελών πρωτοδικείων και η υπερφόρτωση των πινακίων με περιπτώσεις ελαφρών σωματικών βλαβών, οι οποίες ως επί το πλείστον αφορούν περισσότερο αντιδικίες εκδικητικότητος και πείσματος παρά ουσιαστικής ποινικής απαξίας.


β. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 314 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Σωματική βλάβη από αμέλεια

1. Οποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών μηνών ή χρηματική ποινή.

2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302 εφαρμόζεται αναλόγως και στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτήν για την ποινική δίωξη απαιτείται πάντοτε έγκληση και δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του επόμενου άρθρου. 

     Προτεινόμενο κείμενο

Σωματική βλάβη από αμέλεια

 1. Οποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. «Αν η σωµατική βλάβη που προκλήθηκε είναι ελαφρά, επιβάλλεται κράτηση µέχρι τριών µηνών».

 2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302 εφαρμόζεται αναλόγως και στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτήν για την ποινική δίωξη απαιτείται πάντοτε έγκληση και δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του επόμενου άρθρου.


γ. Το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αυτοδικία

Όποιος ασκεί αυθαίρετα* αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.

     Προτεινόμενο κείμενο

Αυτοδικία

«Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική µε δικαίωµα που ή το έχει πραγµατικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών. Η ποινική δίωξη ασκείται µόνο ύστερα από έγκληση». 

  • 24 Ιανουαρίου 2012 21:11:59
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΛΑΘΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗ.ΤΟ ΣΤΑΘΜΙΖΟΜΕΝΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟ ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΒΑΡΥΤΗΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΑΦΡΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ.ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΟ ΑΥΤΗΣ.Η ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΑΥΤΗΣ ΙΣΟΥΤΑΙ ΜΕ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΜΟΥ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΔΕΤΑΙ Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΟΤΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΥΤΟΔΙΚΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΙ ΠΤΑΙΣΜΑ.ΑΥΤΟ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΤΗΝ ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ.ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΘΕΙ.


δ.Το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απειλή

1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση

     Προτεινόμενο κείμενο

Απειλή

«Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών. Η ποινική δίωξη ασκείται µόνο ύστερα από έγκληση»

  • 24 Ιανουαρίου 2012 21:14:29
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι.ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ.ΑΛΛΙΜΟΝΟ ΕΑΝ ΑΠΑΞΙΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΒΙΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ.ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΝΘΑΡΡΥΝΘΕΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ Ο ΔΡΑΣΤΗΣ ΤΗΑ ΑΠΕΙΛΗΣ ΝΑ ΑΠΕΙΛΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ?ΕΙΔΙΚΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΚΑΙ ΕΞΑΓΡΙΩΝΟΝΤΑΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΖΟΥΜΕ ΛΑΔΙ ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ.ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ.

  • 6 Ιανουαρίου 2012 01:37:51
    ΕΠΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΠΕΡΡΑΤΗΣ

    Ο εμπνευστής της ατιμωρησίας του αδικήματος θα πρέπει να είναι ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ


ε. Το άρθρο 361 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εξύβριση

1. Οποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης* (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.

2. Οταν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα** βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο.

3. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 308 έχει και σ' αυτή την περίπτωση εφαρμογή.

     Προτεινόμενο κείμενο

Εξύβριση

«Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήµισης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιµή άλλου µε λόγο ή µε έργο ή µε οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών».


στ. Το άρθρο 362 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Δυσφήμιση

Οποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.

     Προτεινόμενο κείμενο

Δυσφήμιση

«Όποιος µε οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που µπορεί να βλάψει την τιµή ή την υπόληψή του, τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών».


ζ. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 381 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Φθορά ξένης ιδιοκτησίας

1. Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

2. Αν η φθορά έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας ή η ζημία που προξενήθηκε από τη φθορά είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών.

 

     Προτεινόμενο κείμενο

Φθορά ξένης ιδιοκτησίας

1. Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

2. «Αν η φθορά έχει αντικείµενο πράγµα ευτελούς αξίας ή η ζηµία που προξενήθηκε από τη φθορά είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών». 


η.Το άρθρο 407 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Επαιτεία

Όποιος επαιτεί από φυγοπονία ή από φιλοχρηματία ή κατά συνήθεια τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών. 

     Προτεινόμενο κείμενο

Επαιτεία

«Όποιος επαιτεί από φυγοπονία ή φιλοχρηµατία ή κατά συνήθεια τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών».

  • 24 Ιανουαρίου 2012 21:22:27
    ΓΕΩΡΓΙΟΣς Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΑΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΜΕΝΑ Η ΕΠΑΙΤΕΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΦΥΓΟΠΟΝΙΑ Ή ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΝΑ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ.ΤΑ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ ΤΗΣ "ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ" ΕΠΑΙΤΕΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΚΑΙ ΛΥΜΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΙΛΙΚΙΑ.ΑΣ ΜΗΝ ΤΑ ΕΝΘΑΡΡΥΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΙΤΕΙΑΣ.


Το προβλεπόµενο στις διατάξεις:

1. Το προβλεπόµενο στις διατάξεις: α) της παραγράφου 3 του άρθρου 159, β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 216, γ) του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 235, δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 236, ε) της παραγράφου 2 του άρθρου 237, στ) του στοιχείου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 237, ζ) της παραγράφου 3 του άρθρου 242, η) της περίπτωσηςγ΄ στοιχείο 2 του άρθρου 256, θ) της περίπτωσης γ΄ στοιχείο 2 του άρθρου 258, ι) τουδεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 292Α, ια) της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 374, ιβ) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 375 ιγ) του δεύτερου εδαφίουτηςπαραγράφου 2 του άρθρου 375 και ιδ) της περίπτωσης β΄ της παραγράφου3 του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα, ποσό των εβδοµήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ αναπροσαρµόζεται στο ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

2. Το προβλεπόµενο στις διατάξεις: α) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 216, β) της περίπτωσης γ΄ στοιχείο 1 του άρθρου 256, γ) της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 258, δ) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 και ε) δεύτερου εδαφίου του άρθρου 390 του Ποινικού Κώδικα, ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ αναπροσαρµόζεται στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000 ) ευρώ.


1. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του Κώδικα Ποινικής Οικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος.

2. Η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: στο στάδιο της ανάκρισης έως την παράδοση των εγγράφων από τον ανακριτή στον εισαγγελέα μετά την τελευταία ανακριτική πράξη (άρθρο 308), στην κύρια διαδικασία πριν αρχίσει η συζήτηση (άρθρο 339) και, τέλος, στη διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Γι' αυτό το σκοπό οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να πληροφορηθούν τη σύνθεση του συμβουλίου από τη στιγμή που ο εισαγγελέας υποβάλει σ' αυτό την πρότασή του. Αν η αίτηση αφορά την εξαίρεση ολόκληρου του πολυμελούς δικαστηρίου (άρθρο 136 εδ. α'), η κατάθεσή της γίνεται τουλάχιστον οκτώ ημέρες, πριν από την ημέρα που έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης.

3. Οι αιτήσεις εξαίρεσης κατά των δικαστικών προσώπων που συμπράττουν ή πρόκειται να συμπράξουν στην ίδια διαδικασία υποβάλλονται εφάπαξ ως προς τους λόγους εξαίρεσης κατά όλων των προσώπων αυτών πριν από την επιχείρηση της διαδικαστικής ενέργειας. Το δικαστήριο αποφαίνεται με ενιαία απόφαση. Κάθε μεταγενέστερη αίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι ο λόγος της εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα.

"4. Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης: α) μελών ή του εισαγγελέα ή του γραμματέα του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, που αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης κατά το άρθρο 20, β) τόσων μελών από καθένα των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου, ώστε με τα λοιπά μέλη να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του δικαστηρίου κατά τον κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, γ) περισσοτέρων των πέντε αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, δ) περισσοτέρων των οκτώ δικαστών ή δύο εισαγγελέων συνολικά για κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία, όπου υπηρετούν πράγματι τουλάχιστον δώδεκα δικαστές ή τρεις εισαγγελείς αντίστοιχα, ε) περισσοτέρων των τεσσάρων δικαστών για κάθε δικαστήριο στο οποίο υπηρετούν τουλάχιστον επτά δικαστές και περισσοτέρων των δύο όταν υπηρετούν λιγότεροι των επτά δικαστών".

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος.

2. Η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: στο στάδιο της ανάκρισης έως την παράδοση των εγγράφων από τον ανακριτή στον εισαγγελέα μετά την τελευταία ανακριτική πράξη (άρθρο 308), στην κύρια διαδικασία πριν αρχίσει η συζήτηση (άρθρο 339) και, τέλος, στη διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Γι' αυτό το σκοπό οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να πληροφορηθούν τη σύνθεση του συμβουλίου από τη στιγμή που ο εισαγγελέας υποβάλει σ' αυτό την πρότασή του. «Αν η αίτηση αφορά την εξαίρεση ολόκληρου του πολυµελούς δικαστηρίου (άρθρο 136 εδ. α΄) ή περισσότερα από ένα µέλη αυτού, η κατάθεσή της γίνεται τουλάχιστον οκτώ (8) ηµέρες πριν από την ηµέρα που έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης».

«3. Οι αιτήσεις εξαίρεσης κατά των δικαστικών προσώπων που συµπράττουν ή πρόκειται να συµπράξουν στην ίδια υπόθεση υποβάλλονται εφάπαξ ως προς όλους τους λόγους εξαίρεσης και καθ’ όλων των προσώπων αυτών πριν από την επιχείρηση της διαδικαστικής ενέργειας. Το δικαστήριο ή το δικαστικό συµβούλιο αποφαίνονται µε ενιαία απόφαση. Κάθε µεταγενέστερη αίτηση δεν λαµβάνεται υπόψη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη από το ίδιο δικαστήριο ή συµβούλιο. Όταν η αίτηση εξαίρεσης κατά ενός, περισσοτέρων ή όλων των µελών του δικαστηρίου ή του συµβουλίου, κρίνεται ότι είναι αόριστη ως προς τα πραγµατικά γεγονότα ή προδήλως ανεπίδεκτη εκτίµησης ή ασκείται καταχρηστικά απορρίπτεται στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή συµβουλίου στο οποίο υποβάλλεται».

"4. Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης: α) μελών ή του εισαγγελέα ή του γραμματέα του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, που αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης κατά το άρθρο 20, β) τόσων μελών από καθένα των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου, ώστε με τα λοιπά μέλη να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του δικαστηρίου κατά τον κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, γ) περισσοτέρων των πέντε αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, δ) περισσοτέρων των οκτώ δικαστών ή δύο εισαγγελέων συνολικά για κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία, όπου υπηρετούν πράγματι τουλάχιστον δώδεκα δικαστές ή τρεις εισαγγελείς αντίστοιχα, ε) περισσοτέρων των τεσσάρων δικαστών για κάθε δικαστήριο στο οποίο υπηρετούν τουλάχιστον επτά δικαστές και περισσοτέρων των δύο όταν υπηρετούν λιγότεροι των επτά δικαστών".

  • 17 Ιανουαρίου 2012 17:39:03
    Βαγγελης Γκιγκιλινης

    με την προτεινομενη ρύθμιση α) καταργείται η προηγούμενη δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη η μεταγενέστερη αίτηση αν ταυτόχρονα αποδεικνυόταν ότι ο λόγος της εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα και β) η αιτούμενη να εξαιρεθεί σύνθεση του δικαστηρίου και του συμβουλίου κρίνει η ίδια την στρεφόμενη εναντίον της αίτηση εξαιρεσης έστω και όταν αφορά την ενδεχόμενη αοριστία της ως προς τα πραγµατικά γεγονότα ή όταν ειναι προδήλως ανεπίδεκτη εκτίµησης ή ασκείται καταχρηστικά, καθόσον όλα τα παραπάνω, είναι υποκειμενικές κρίσεις της υπο εξαίρεση σύνθεσης.


Τροποποίηση του άρθρου 43 ΚΠΔ Το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εναρξη ποινικής δίωξης

«1. Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, εκτός: α) των δασικών (πλην του εμπρησμού), αγροτικών και αγορανομικών πλημμελημάτων, β) του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, γ) του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 3386/2005, δ) του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 43 του ΚΟΚ και ε) του άρθρου 23 στοιχ. Β' του ν. 248/1914, κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη.».

2. Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον εισαγγελέα εφετών, αναφέροντας τους λόγους που τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Στις ίδιες ενέργειες προβαίνει και αν μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή τις ανακριτικές πράξεις που έγιναν κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή την ένορκη διοικητική εξέταση κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Ο εισαγγελέας εφετών έχει δικαίωμα: α) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή να κινηθεί η ποινική δίωξη για τα λοιπά εγκλήματα και β) στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου να παραγγείλει να κινηθεί η ποινική δίωξη.»

«3. Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε η προκαταρκτική εξέταση να παράσχει εξηγήσεις.». 

     Προτεινόμενο κείμενο

Εναρξη ποινικής δίωξης

 «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη µήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση µε απευθείας κλήση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήµατα κινεί την ποινική δίωξη µόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισµα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δηµόσιας Διοίκησης ή Σώµατος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, µπορεί να µην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση.

2. Αν η µήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόµο ή είναι προφανώς αβάσιµη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίµησης, ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών τη θέτει στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δικαίωµα να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση αν πρόκειται για κακούργηµα ή την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στα λοιπά εγκλήµατα.

3. Αν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δικαίωµα να παραγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης.

4. Μήνυση ή η αναφορά η οποία υποβάλλεται µε οποιοδήποτε τρόπο ανωνύµως ή µε ανύπαρκτο όνοµα, ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών τη θέτει αµέσως στο αρχείο και εφαρµόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παράγραφο 2. Όταν συντρέχουν ειδικά µνηµονευόµενοι στην παραγγελία του εισαγγελέα εξαιρετικοί λόγοι, µπορεί να διαταχθεί και προκαταρκτική εξέταση.

5. Ο αρµόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο µόνον όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγµατικά περιστατικά ή στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, καλεί το µηνυόµενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση να παράσχει εξηγήσεις».


1.Το άρθρο 46 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εγκληση του παθόντος

«Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, 3 και 4.»

 

     Προτεινόμενο κείμενο

Εγκληση του παθόντος

«1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2 και 3.

2. Ο εγκαλών κατά την υποβολή της έγκλησης ενώπιον κάθε αρµόδιας αρχής, µε εξαίρεση τα εγκλήµατα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και τα εγκλήµατα ενδοοικογενειακής βίας, καταθέτει παράβολο υπέρ του ?ηµοσίου ποσού εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονοµικών και ?ικαιοσύνης, ?ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ?ικαιωµάτων. Σε περίπτωση µη κατάθεσης του παραβόλου η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

3. Κατά της διάταξης του εισαγγελέα πληµµελειοδικών, µε την οποία η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω µη κατάθεσης παραβόλου, δεν επιτρέπεται άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 48.

4. Ο εγκαλών µαζί µε την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιµα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτήν. Οι καταθέσεις µαρτύρων υποβάλλονται µε τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης που έχει δοθεί ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου, χωρίς κλήση του καθού στρέφεται η έγκληση».

  • 1 Φεβρουαρίου 2012 22:02:49
    Μαρία Καλυβιώτου

    Από τη μία η ρύθμιση αυτή για τις ένορκες βεβαιώσεις βοηθά στη συντομότερη έκδοση αποφάσεων, από την άλλη μπορεί να προκύψουν πλείστα προβλήματα αξιοπιστίας. Ισως θα ήταν σκόπιμο να περιορισθεί σε πταίσματα και σε αδικήματα ήσσονος σημασίας. Επίσςη αυτό το παράβολο των 100 ευρώ αποτελεί παρεμπόδιση στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη αν υπολογίσουμε τις οικονομικές συνθήκες τις οποίες βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ακόμη και από τότε που θεσπίσθηκε, έχουν αλλάξει θεαματικά οι συνθήκες, προς το χειρότερο φυσικά.

  • 1 Φεβρουαρίου 2012 22:02:45
    Μαρία Καλυβιώτου

    Από τη μία η ρύθμιση αυτή για τις ένορκες βεβαιώσεις βοηθά στη συντομότερη έκδοση αποφάσεων, από την άλλη μπορεί να προκύψουν πλείστα προβλήματα αξιοπιστίας. Ισως θα ήταν σκόπιμο να περιορισθεί σε πταίσματα και σε αδικήματα ήσσονος σημασίας. Επίσςη αυτό το παράβολο των 100 ευρώ αποτελεί παρεμπόδιση στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη αν υπολογίσουμε τις οικονομικές συνθήκες τις οποίες βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ακόμη και από τότε που θεσπίσθηκε, έχουν αλλάξει θεαματικά οι συνθήκες, προς το χειρότερο φυσικά.

  • 1 Φεβρουαρίου 2012 22:02:43
    Μαρία Καλυβιώτου

    Από τη μία η ρύθμιση αυτή για τις ένορκες βεβαιώσεις βοηθά στη συντομότερη έκδοση αποφάσεων, από την άλλη μπορεί να προκύψουν πλείστα προβλήματα αξιοπιστίας. Ισως θα ήταν σκόπιμο να περιορισθεί σε πταίσματα και σε αδικήματα ήσσονος σημασίας. Επίσςη αυτό το παράβολο των 100 ευρώ αποτελεί παρεμπόδιση στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη αν υπολογίσουμε τις οικονομικές συνθήκες τις οποίες βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ακόμη και από τότε που θεσπίσθηκε, έχουν αλλάξει θεαματικά οι συνθήκες, προς το χειρότερο φυσικά.

  • 24 Ιανουαρίου 2012 21:58:25
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡ.4 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΥΠΟΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΓΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΜΕ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ.Η ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΛΑΦΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΕΙ ΜΕΣΩ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ.ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΤΟ ΠΩΣ ΣΥΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΝΡΟΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ Η ΔΙΑ ΖΩΣΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΠΡΟΑΝΑΚΑΡΙΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ.Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΜΠΤΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΕΩΣ.ΠΟΛΛΩ ΜΑΛΛΟΝ ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΔΙΔΟΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΛΟΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΥ Η ΕΓΚΛΗΣΗ.


2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής: 3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απόρριψη της έγκλησης

«1. Ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξη του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα.

2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.

«3. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παράγραφος 1 και παράγραφοι 3, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Απόρριψη της έγκλησης

«1. Ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόµο ή είναι προφανώς αβάσιµη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίµησης την απορρίπτει µε διάταξη, η οποία περιλαµβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωµα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης.»

2. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.

«1. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 5, 44 και 45 εφαρµόζονται και ως προς την έγκληση».


4. Το άρθρο 48 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος

Ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διάταξης του εισαγγελέα κατά τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών κατά της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα της εισαγγελίας ή από το γραμματέα του πταισματοδικείου της κατοικίας ή της διανομής του προσφεύγοντος, που τη διαβιβάζει στο γραμματέα της εισαγγελίας. «Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, εφαρμόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 43.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος

«1. Ο εγκαλών µέσα σε αποκλειστική προθεσµία τριών (3) µηνών από την έκδοση της διάταξης κατά τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούµενου άρθρου, µπορεί να προσφύγει κατ’αυτής στον αρµόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προθεσµία δεν παρεκτείνεται για κανέναν απολύτως λόγο. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από το γραµµατέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόµενη διάταξη.

2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του ?ηµοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο άνω γραµµατέας. Το ύψος του ποσού αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονοµικών και ?ικαιοσύνης, ?ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ?ικαιωµάτων. Σε περίπτωση µη κατάθεσης του παραβόλου η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών.

3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αν πρόκειται για κακούργηµα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί, είτε την άσκηση ποινικής δίωξης, στις λοιπές περιπτώσεις».

  • 24 Ιανουαρίου 2012 22:04:14
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι.ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΕΛΕΩ ΤΡΟΙΚΑΣ.ΕΛΕΟΣ.ΔΗΛΑΔΗ ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΛΛΕΣ ΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΘΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΖΗΤΩΝ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΔΥΣΤΥΧΟΣ ΕΓΚΑΛΩΝ , ΕΑ΄Ν ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΠΟΡΟΣ, ΘΑ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ, ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΟΤΙ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, ΤΟ ΠΑΡΑΒΟΛΟ 300 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΓΚΟ, ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΟ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ.ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΡΑΓΜΑΣΙ ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΑΥΤΟ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ. ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΥΛΗΣ.ΠΟΛΥ ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΙ ΟΠΛΟ ΓΙΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΥΧΟΝ ΡΑΘΥΜΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΘΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΒΡΟΧΗΔΟΝ ΕΓΚΛΗΣΕΙΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗ.ΔΗΛΑΔΗ ΕΝΑ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ΤΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΤΩΝ 50 ΕΥΡΩ ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΣΕ???ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ ΑΣ ΒΑΛΟΥΝ ΠΑΡΑΒΟΛΟ 5.000 ΕΥΡΩ Ή ΑΣ ΜΑΣ ΠΟΥΝΕ ΟΤΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ, ΑΦΟΥ ΑΥΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΑΤΤΟΥΝ. ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ ΑΥΤΗ Η ΡΥΘΜΙΣΗ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΑΛΛΕΣ.ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ.ΕΛΕΟΣ ΠΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΛΑΓΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.


1.Η περίπτωση α΄ του άρθρου 109 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Μικτό ορκωτό δικαστήριο

Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό:

α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των πενταμελών εφετείων, και

β) τα πολιτικά πλημμελήματα.

     Προτεινόμενο κείμενο

Μικτό ορκωτό δικαστήριο

Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό:

α).«τα κακουργήµατα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρµοδιότητα των µονοµελών και τριµελών εφετείων» και

β) τα πολιτικά πλημμελήματα. 

  • 24 Ιανουαρίου 2012 22:13:32
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ΤΙ ΣΧΟΛΙΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΜΕΝΗ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ , ΕΙΤΕ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΙΤΕ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΟΒΙΒΑΣΕΩΣ ΜΕΡΙΔΟΣ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΔΙΚΑΣΤΗ;;ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΡΩ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΘΕΤΟΥΝΤΕΣ.ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΚΥΒΕΥΣΗ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΛΗΨΕΩΣ ΘΥΤΟΥ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΟΣ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΙ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ "ΣΟΦΟΥ ΑΝΔΡΟΣ". ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ.ΑΠΟΣΥΡΗΣ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ.


2.Στον Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, προστίθεται άρθρο 110 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Το άρθρο 110 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας είχε καταργηθεί με το άρθρο 4 του ν. 969/1979).

     Προτεινόμενο κείμενο

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ.

Το µονοµελές εφετείο δικάζει τα πιο κάτω εγκλήµατα, εκτός αν στο νόµο απειλείται κατ’ αυτών η ποινή της ισόβιας κάθειρξης:

1) Τα κακουργήµατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 308 Α, ως και αυτά της παραγράφου 1 του άρθρου 308 Β εφόσον για τα τελευταία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής.

2) Τα κακουργήµατα των άρθρων 114 του ν. 1892/1990 (Α΄101), 66 του ν. 2121/1993 (Α΄25) και 52 του ν. 4002/2011 (Α΄180).

3) Τα κακουργήµατα των ν. 2725/1999 (Α΄121) και 3028/2002 (Α΄153)».


3. Στο άρθρο 111 του Κώδικα Ποινικής ?ικονοµίας, προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: 4. Ο τίτλος και η πρώτη περίοδος του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας, αντικαθίστανται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Δικαστήριο εφετών

Το δικαστήριο εφετών δικάζει:

1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ". "Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235,236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα." «Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.»

2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το στρατιωτικό ποινικό κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων(150.000) ΕΥΡΩ".

3. Το ποσό των "επτακοσίων τριάντα (730) ΕΥΡΩ" που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. 790/70 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας" και το ν. 495/1976 "περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", αυξάνεται σε "εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ΕΥΡΩ". Το όριο αυτό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ" ισχύει είτε ο κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.

4. Τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

"5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187 και στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα."

6. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

«6(7). Τα πλημμελήματα των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.».

«7(8). Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 116 παράγραφος 1 και κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με το άρθρο 499.».

 

     Προτεινόμενο κείμενο

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ

Το τριµελές εφετείο δικάζει τα αναφερόµενα στις πιο κάτω περιπτώσεις κακουργήµατα, από δε τα υπαγόµενα στην αρµοδιότητα του µονοµελούς εφετείου (άρθρο 110) εκείνα κατά των οποίων στο νόµο απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης:».

1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ". "Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235,236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα." «Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.»

2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το στρατιωτικό ποινικό κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων(150.000) ΕΥΡΩ".

3. Το ποσό των "επτακοσίων τριάντα (730) ΕΥΡΩ" που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. 790/70 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας" και το ν. 495/1976 "περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", αυξάνεται σε "εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ΕΥΡΩ". Το όριο αυτό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ" ισχύει είτε ο κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.

4. Τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

"5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187 και στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα."

6. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

«6(7). Τα πλημμελήματα των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.».

«7(8). Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 116 παράγραφος 1 και κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με το άρθρο 499.».

«8. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του µονοµελούς εφετείου».


5. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 308 Β του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας, η φράση «τριµελές εφετείο» αντικαθίσταται µε τη φράση «µονοµελές εφετείο».

Προγενέστερο κείμενο

«Ποινική συνδιαλλαγή

1. Στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα των άρθρων 375, 386, 386Α, 390 και 404 του Ποινικού Κώδικα ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης, καλεί τον κατηγορούμενο και τον παθόντα να εμφανισθούν ενώπιόν του μετά ή δια των συνηγόρων τους για συνδιαλλαγή. Ο εισαγγελέας διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο στον διάδικο, που δεν έχει, από το σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

2. Ο εισαγγελέας τάσσει προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους συνηγόρους των διαδίκων για τη σύνταξη του πρακτικού συνδιαλλαγής, στο οποίο βεβαιώνεται η απόδοση του ιδιοποιημένου πράγματος ή η εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντα.

3. Αν το πρακτικό συνδιαλλαγής συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν και τους συμμετόχους που το αποδέχονται. Αν το πρακτικό συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, τα τυχόν επιβληθέντα για το συγκεκριμένο έγκλημα κατά το άρθρο 282 μέτρα δικονομικού καταναγκασμού αίρονται υποχρεωτικά με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

4. Αν δεν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης.

5. Σε περίπτωση απόπειρας η βεβαίωση της παραγράφου 2 αφορά τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος λόγω ηθικής βλάβης. Σε περιπτώσεις συμμετοχής, η καταβολή του συμφωνημένου χρηματικού ποσού από ένα συμμέτοχο ωφελεί και τους υπολοίπους. Αν κάποιος από τους συμμετόχους δεν επιθυμεί την ποινική συνδιαλλαγή, η υπόθεση χωρίζεται και ακολουθείται ως προς αυτόν η τακτική διαδικασία. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται στα εγκλήματα της παραγράφου 1.

6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του σχετικού πρακτικού ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εισάγει αμέσως την υπόθεση στο τριμελές εφετείο, κλητεύοντας τον κατηγορούμενο.

7. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το πρακτικό συνδιαλλαγής, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σε αυτόν, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, εκτός αν, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να παραμείνει ατιμώρητος. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται.

8. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου δεν χωρεί έφεση.

9. Η συνδιαλλαγή δεν εφαρμόζεται, αν τα κακουργήματα της παραγράφου 1 στρέφονται κατά του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.». 

     Προτεινόμενο κείμενο

«Ποινική συνδιαλλαγή

1. Στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα των άρθρων 375, 386, 386Α, 390 και 404 του Ποινικού Κώδικα ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης, καλεί τον κατηγορούμενο και τον παθόντα να εμφανισθούν ενώπιόν του μετά ή δια των συνηγόρων τους για συνδιαλλαγή. Ο εισαγγελέας διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο στον διάδικο, που δεν έχει, από το σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

2. Ο εισαγγελέας τάσσει προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους συνηγόρους των διαδίκων για τη σύνταξη του πρακτικού συνδιαλλαγής, στο οποίο βεβαιώνεται η απόδοση του ιδιοποιημένου πράγματος ή η εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντα.

3. Αν το πρακτικό συνδιαλλαγής συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν και τους συμμετόχους που το αποδέχονται. Αν το πρακτικό συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, τα τυχόν επιβληθέντα για το συγκεκριμένο έγκλημα κατά το άρθρο 282 μέτρα δικονομικού καταναγκασμού αίρονται υποχρεωτικά με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

4. Αν δεν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης.

5. Σε περίπτωση απόπειρας η βεβαίωση της παραγράφου 2 αφορά τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος λόγω ηθικής βλάβης. Σε περιπτώσεις συμμετοχής, η καταβολή του συμφωνημένου χρηματικού ποσού από ένα συμμέτοχο ωφελεί και τους υπολοίπους. Αν κάποιος από τους συμμετόχους δεν επιθυμεί την ποινική συνδιαλλαγή, η υπόθεση χωρίζεται και ακολουθείται ως προς αυτόν η τακτική διαδικασία. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται στα εγκλήματα της παραγράφου 1.

6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του σχετικού πρακτικού ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εισάγει αμέσως την υπόθεση στο «µονοµελές εφετείο»., κλητεύοντας τον κατηγορούμενο.

7. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το πρακτικό συνδιαλλαγής, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σε αυτόν, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, εκτός αν, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να παραμείνει ατιμώρητος. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται.

8. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου δεν χωρεί έφεση.

9. Η συνδιαλλαγή δεν εφαρμόζεται, αν τα κακουργήματα της παραγράφου 1 στρέφονται κατά του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.».


Στην παράγραφο 1 του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Οικονοµίας προστίθεται περίπτωση ε ως εξής: Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Περιπτώσεις

1. Η δίκη καταργείται αν, πριν από το πέρας της τελευταίας συζήτησης:

α) εκλείψει το αντικείμενό της, ή

β) υποβληθεί παραίτηση από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, ή

γ) συντρέξουν οι συνθήκες της περ. α' της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου.

«δ) επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς».

2. «Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 143, τα οποία, εφόσον δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, εφαρμόζονται και στην περίπτωση δ' της προηγούμενης παραγράφου.» Ως προς την απόφαση αυτή, μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 189 και της παρ. 3 του άρθρου 193.

     Προτεινόμενο κείμενο

Περιπτώσεις

 1. Η δίκη καταργείται αν, πριν από το πέρας της τελευταίας συζήτησης:

α) εκλείψει το αντικείμενό της, ή

β) υποβληθεί παραίτηση από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, ή

γ) συντρέξουν οι συνθήκες της περ. α' της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου.

«δ) επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς».

«ε) επιτευχθεί δικαστικός συµβιβασµός του ν. 4600/1966". 

2. «Η κατάργηση διαπιστώνεται µε απόφαση του δικαστηρίου, µε την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 143, εφόσον δεν έχει ορισθεί δικάσιµος, εφαρµόζονται και στις περιπτώσεις δ' και ε΄ της προηγουµένης παραγράφου». Ως προς την απόφαση αυτή, μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 189 και της παρ. 3 του άρθρου 193.


Το άρθρο 126α του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

«1. Το δικαστήριο, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, και σε υποθέσεις αρμοδιότητος μονομελούς δικαστηρίου ο οριζόμενος δικαστής με απόφασή του, μπορεί να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει, όταν συντρέχει περίπτωση κατά το άρθρο 12 παράγραφος 2, στο αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί σε αυτό αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκκρεμής αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας.

2. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διοίκησης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής, με πράξη του πάνω στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ορίζει το τμήμα ή τον δικαστή που θα προβεί στην κατά την προηγούμενη παράγραφο εκδίκασή του. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχει προσδιορισθεί δικάσιμος, η πιο πάνω αρμοδιότητα ανήκει στον πρόεδρο του οικείου τμήματος, ο οποίος με την ίδια πράξη διατάζει και τη διαγραφή τους από το πινάκιο.

3. Η απόφαση επιδίδεται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του που κατατίθεται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την επίδοση και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο και, επί φορολογικών εν γένει διαφορών, το τριπλάσιο του κατά το άρθρο 277 παράγραφος 3 παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που λήφθηκε σε συμβούλιο παύει να ισχύει και η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 και επομένων.

4. Για το καταβαλλόμενο κατά την προηγούμενη παράγραφο ειδικό παράβολο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 277 του παρόντος. Επί απορρίψεως του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαγγέλλει ως ποινή τον πολλαπλασιασμό έως και του τριπλασίου του ειδικού παραβόλου.».

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Το δικαστήριο, µε απόφαση που λαµβάνεται σε συµβούλιο, και σε υποθέσεις αρµοδιότητας µονοµελούς δικαστηρίου ο οριζόµενος δικαστής µε απόφασή του, µπορεί να απορρίπτει ένδικα βοηθήµατα και µέσα που είναι προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιµα και να παραπέµπει, όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 12, παρ. 2, στο αρµόδιο δικαστήριο υποθέσεις οι οποίες έχουν εισαχθεί σ’ αυτό αναρµοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέµπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκκρεµής αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας. 

2. Το ίδιο δικαστήριο µπορεί να δέχεται, εν όλω ή εν µέρει, ένδικα βοηθήµατα ή µέσα, που είναι προδήλως βάσιµα.

3. Ο πρόεδρος του συµβουλίου διοίκησης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόµενος από αυτούς δικαστής, µε πράξη του στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η οποία δεν κοινοποιείται στους διαδίκους, ορίζει το τµήµα ή το δικαστή που θα προβεί στην κατά τις προηγούµενες παραγράφους εκδίκαση της υπόθεσης. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχει προσδιορισθεί δικάσιµος, η ως άνω αρµοδιότητα ανήκει στον πρόεδρο του οικείου τµήµατος ο οποίος, µε την ίδια πράξη, διατάζει και τη διαγραφή τους από το πινάκιο. 

4. Στην περίπτωση της παραγράφου 2 ο εισηγητής ζητεί εγγράφως ή προφορικώς ή µε οποιοδήποτε πρόσφορο µέσο από τον υπογράφοντα δικηγόρο στη δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση ή στα λοιπά δηλωθέντα από αυτόν στοιχεία επικοινωνίας, την προσκόµιση στοιχείων νοµιµοποίησης. Αν αυτά δεν προσκοµισθούν σε προθεσµία τριάντα ηµερών από την αποστολή του εγγράφου ή την ειδοποίηση, το ένδικο βοήθηµα ή µέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο για το λόγο αυτό. 

5. Οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 αποφάσεις λαµβάνονται µόνον οµοφώνως και µετά την αποστολή του φακέλου από τη διοίκηση. Άλλως, η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση µε  την τακτική διαδικασία. Οι διατάξεις του παρόντος για την παρέµβαση και την τριτανακοπή εφαρµόζονται και εν προκειµένω. Οι αποφάσεις είναι συνοπτικά διατυπωµένες  και περιέχουν, κυρίως, την απάντηση επί των προβαλλοµένων ισχυρισµών.

6.  Η απορριπτική απόφαση κοινοποιείται  στον διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθηµα ή µέσο. Ο τελευταίος µπορεί, µε αίτησή του, που κατατίθεται εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών από την κοινοποίηση, και πάντως όχι µετά την πάροδο δέκα οκτώ (18) µηνών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο το τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόµενο επί φορολογικών δε εν γένει διαφορών, το τριπλάσιο του κατά το άρθρο 277 παράγραφος 3 παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συµβούλιο παύει να ισχύει και η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση µε την τακτική διαδικασία. 

7. Σε περίπτωση παραδοχής, κατά την παράγραφο 2, ενδίκου βοηθήµατος ή µέσου, οι ορισµοί της προηγούµενης παραγράφου ισχύουν και για εκείνον κατά του οποίου εστρέφετο το ένδικο βοήθηµα ή µέσο, καθώς και για τον παρεµβαίνοντα ή τον έχοντα δικαίωµα παρεµβάσεως. Η Αρχή καταβάλλει το τριπλάσιο του παγίως προβλεποµένου για τον ιδιώτη παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή, στην απόφαση σηµειώνεται ότι η παραδοχή καθίσταται οριστική µετά την τήρηση της διαδικασίας της εποµένης παραγράφου. 

8. Ο Πρόεδρος του οικείου Τµήµατος ή ο δικαστής του µονοµελούς δικαστηρίου µε πράξη του διαπιστώνει την άπρακτη πάροδο των προθεσµιών της παραγράφου 6. Από την ηµεροµηνία σύνταξης της πράξεως αυτής παράγεται το αποτέλεσµα της απόφασης. Αν διαπιστώσει πληµµέλεια στην κοινοποίηση, διατάσσει την ενέργεια νέας. 

9. Στις υποθέσεις που εκδικάζονται σε συµβούλιο, δικαστική δαπάνη επιδικάζεται για τη σύνταξη του δικογράφου. Αν, µετά από αίτηµα του διαδίκου, η υπόθεση εισαχθεί στην τακτική διαδικασία και το διατακτικό της αποφάσεως είναι, κατά τα ουσιώδη σηµεία του,  το ίδιο µε αυτό της απόφασης σε συµβούλιο ο διάδικος που προκάλεσε τη νέα συζήτηση καταδικάζεται να καταβάλει στο νικήσαντα διάδικο ποσό ίσο µε το πενταπλάσιο της εκάστοτε  οριζόµενης δικαστικής δαπάνης. Για το καταβαλλόµενο κατά τις παραγράφους 6 και 7 ειδικό παράβολο εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 277 του παρόντος. Το παράβολο των παραγράφων 6 και 7  καταπίπτει υπέρ του αντιδίκου.


1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 189 του ΚΔΔ αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 189 του ΚΔΔ αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Κατάρτιση, έκδοση και δημοσίευση - Μειοψηφία

1. Ο εισηγητής συντάσσει σχέδιο της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνει το ιστορικό, το σκεπτικό και το διατακτικό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο. Το σχέδιο υπογράφεται, στις πολυμελείς συνθέσεις, από τον εισηγητή και τον πρόεδρο, ενώ στις μονομελείς, από το δικαστή που δίκασε την υπόθεση. Στο σχέδιο, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, τίθεται και η χρονολογία της διάσκεψης.

2. Η γνώμη της μειοψηφίας, καθώς και το όνομα του δικαστή που μειοψήφησε, μνημονεύονται στην απόφαση, καταχωρούνται δε σε ειδικό πρακτικό, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος.

3. Η απόφαση δημοσιεύεται από το σχέδιο, απαγγέλλεται δε σε δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου.

4. Για υποθέσεις που δεν συζητήθηκαν στην κύρια έδρα του δικαστηρίου, η δημοσίευση μπορεί να γίνει και στην κύρια έδρα του.

5. Το σχέδιο της απόφασης φυλάσσεται στη δικογραφία.

6. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης, αν στον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, λαμβάνονται στην έδρα, διατυπώνονται δε συνοπτικά στο πρακτικό και δημοσιεύονται κατά την ίδια συνεδρίαση.

     Προτεινόμενο κείμενο

Κατάρτιση, έκδοση και δημοσίευση - Μειοψηφία

 1. «Ο εισηγητής συντάσσει και παραδίδει το σχέδιο της απόφασης σε ηλεκτρονική µορφή το οποίο περιλαµβάνει το ιστορικό, το σκεπτικό και το διατακτικό, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο επόµενο άρθρο. Το σχέδιο υπογράφεται, στις πολυµελείς συνθέσεις, από τον εισηγητή και τον πρόεδρο, ενώ στις µονοµελείς από τον δικαστή που δίκασε την υπόθεση. Στο σχέδιο, αν πρόκειται για πολυµελές δικαστήριο, τίθεται και η χρονολογία της διάσκεψης».

2. Η γνώμη της μειοψηφίας, καθώς και το όνομα του δικαστή που μειοψήφησε, μνημονεύονται στην απόφαση, καταχωρούνται δε σε ειδικό πρακτικό, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος.

3.«Ο δικαστής παραδίδει το πρωτότυπο της απόφασης σε ηλεκτρονική µορφή µε το περιεχόµενο που προβλέπεται στο επόµενο άρθρο. Η απόφαση απαγγέλλεται σε δηµόσια συνεδρίαση».

4. Για υποθέσεις που δεν συζητήθηκαν στην κύρια έδρα του δικαστηρίου, η δημοσίευση μπορεί να γίνει και στην κύρια έδρα του.

5. Το σχέδιο της απόφασης φυλάσσεται στη δικογραφία.

6. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης, αν στον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, λαμβάνονται στην έδρα, διατυπώνονται δε συνοπτικά στο πρακτικό και δημοσιεύονται κατά την ίδια συνεδρίαση.


3. Ο τίτλος του άρθρου 191 του Κ.Δ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Καταργείται η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου που προστέθηκε µε την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του Ν. 3900/2010 και απαλείφεται η ένδειξη «παράγραφος 1».

Προγενέστερο κείμενο

«Σύνταξη και υπογραφή του πρωτοτύπου»

1. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο, τον εισηγητή και το γραμματέα της έδρας, και, στις μονομελείς συνθέσεις, από το δικαστή και το γραμματέα. Αν η δημοσίευση της απόφασης γίνει με άλλη σύνθεση του δικαστηρίου, υπογράφεται και από τον πρόεδρο ή το δικαστή, κατά περίπτωση, και το γραμματέα της σύνθεσης αυτής.

«2. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης, κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου, προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή του. Η γραμματεία του δικαστηρίου υποχρεούται να χορηγεί στον ενδιαφερόμενο διάδικο, εκτός του αντιγράφου του σχεδίου, τα στοιχεία της περίπτωσης α' του προηγούμενου άρθρου για να τα συμπεριλάβει στο καθαρογραμμένο σχέδιο. Το καθαρογραμμένο σχέδιο θεωρείται και υπογράφεται το ταχύτερο δυνατόν.»

     Προτεινόμενο κείμενο

«Υπογραφή του πρωτοτύπου».

Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο, τον εισηγητή και το γραμματέα της έδρας, και, στις μονομελείς συνθέσεις, από το δικαστή και το γραμματέα. Αν η δημοσίευση της απόφασης γίνει με άλλη σύνθεση του δικαστηρίου, υπογράφεται και από τον πρόεδρο ή το δικαστή, κατά περίπτωση, και το γραμματέα της σύνθεσης αυτής.

2. Καταργείται.


4. Καταργείται η παράγραφος 3 του άρθρου 32 του Ν. 3900/2010.

Προγενέστερο κείμενο

1. Ο τίτλος του άρθρου 191 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Σύνταξη και υπογραφή του πρωτοτύπου».

2. Το κείμενο του άρθρου 191 του ΚΔΔ αριθμείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται δεύτερη παράγραφος.

3. Ο δικαστής που παραδίδει το σχέδιο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή παραδίδει ομοίως και το πρωτότυπο της απόφασης με πλήρες το περιεχόμενο που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο.

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Ο τίτλος του άρθρου 191 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Σύνταξη και υπογραφή του πρωτοτύπου».

2. Το κείμενο του άρθρου 191 του ΚΔΔ αριθμείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται δεύτερη παράγραφος.

3. Καταργείται.


1. Οποιοσδήποτε από τους διαδίκους, εκτός από το ∆ηµόσιο και δηµόσια νοµικά πρόσωπα τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισµούς κατά την έννοια του άρθρου 34 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, που έλαβαν µέρος σε διοικητική δίκη µπορεί να ζητήσει µε αίτηση δίκαιη ικανοποίηση προβάλλοντας ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε αδικαιολόγητα και συγκεκριµένα ότι διήρκεσε πέραν του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγµατικών και νοµικών ζητηµάτων που ανέκυψαν στη δίκη.

2. Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού ∆ηµοσίου νοµίµως εκπροσωπουµένου από τον Υπουργό Οικονοµικών.


1. Η αρµοδιότητα προς εξέταση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση,  όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, ανατίθεται σε Τριµελές Συµβούλιο, το οποίο συγκροτείται µε απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων.

2. Το Τριµελές Συµβούλιο της ως άνω παραγράφου  συγκροτείται  από έναν αρεοπαγίτη, ως πρόεδρο, ένα σύµβουλο επικρατείας και ένα σύµβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως µέλη.

3. Τα µέλη του Τριµελούς Συµβουλίου, µε τους αναπληρωτές  τους, υποδεικνύονται από τον πρόεδρο του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου µετά από ερώτηµα του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων. Τα µέλη του Τριµελούς Συµβουλίου ορίζονται για θητεία δύο ετών η οποία µπορεί να ανανεωθεί για µια φορά. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές αν στερηθούν µε οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα υπό την οποία τοποθετήθηκαν. 

4. Ο πρόεδρος του Τριµελούς Συµβουλίου µπορεί να ορίζει για την επικουρία των µελών αυτής εισηγητές του Συµβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.     

5. Το Τριµελές Συµβούλιο συνεδριάζει στο Συµβούλιο της Επικρατείας όπου εδρεύει και η γραµµατεία του.

6. Με απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων µπορεί να ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα της διαδικασίας, της λειτουργίας καθώς και της γραµµατείας του Τριµελούς Συµβουλίου. 

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων καθορίζεται η αποζηµίωση που χορηγείται κατά συνεδρίαση στα µέλη του Τριµελούς Συµβουλίου του άρθρου 1 του παρόντος νόµου, στα επίκουρα µέλη  καθώς και στο γραµµατέα. 


Αρµόδια συµβούλια για την καθυστέρηση εκδίκασης υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

1. Η αρµοδιότητα προς εξέταση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση,  όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υποθέσεων ενώπιον των διοικητικών εφετείων, ανατίθεται σε Τριµελές Συµβούλιο του Συµβουλίου της Επικρατείας. Το Τριµελές Συµβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο του Τµήµατος ή τον αναπληρωτή αυτού του Τµήµατος στην ύλη του οποίου υπάγεται η υπόθεση για την οποία ζητείται δίκαιη ικανοποίηση, ένα σύµβουλο και ένα πάρεδρο ο οποίος µετέχει µε αποφασιστική ψήφο. Ο πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή σύµβουλο ή πάρεδρο.

2. Η αρµοδιότητα προς εξέταση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση,  όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υποθέσεων ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων, ανατίθεται σε Τριµελές Συµβούλιο του οικείου διοικητικού εφετείου, το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες που ορίζονται από τον πρόεδρο της τριµελούς διεύθυνσης του διοικητικού εφετείου ή τον δικαστή που διευθύνει το διοικητικό εφετείο.


1. Η αίτηση ασκείται εντός προθεσµίας έξι µηνών από τη δηµοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης,

2. Η αίτηση κατατίθεται στη γραµµατεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και περιέχει το όνοµα και τη διεύθυνση κατοικίας εκείνου που την ασκεί,  χρονολογία, υπογραφή καθώς και την ηλεκτρονική διεύθυνση ή τον αριθµό τηλεφώνου ή του τηλεοµοιοτύπου (φαξ) του αιτούντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Επίσης στην αίτηση αναγράφονται τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος. Η αίτηση κοινοποιείται µε επιµέλεια του αιτούντος, µε κάθε πρόσφορο µέσο στο Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους. Το δικαστήριο διαβιβάζει αµελλητί την αίτηση µαζί µε τη δικογραφία στο αρµόδιο Συµβούλιο. Σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ένδικο µέσο κατά της ως άνω απόφασης και η δικογραφία έχει διαβιβαστεί σε άλλο δικαστήριο, διαβιβάζονται αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων στο αρµόδιο Συµβούλιο µε µέριµνα του δικαστηρίου στο οποίο βρίσκεται η δικογραφία.

3. Η αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο. Αίτηση, που υπογράφεται µόνο από τον αιτούντα, θεωρείται ότι έχει νοµίµως ασκηθεί, εφόσον παρίσταται δικηγόρος κατά τη συζήτησή της.


1. Μετά την κατάθεση της αίτησης, ο πρόεδρος ορίζει, µε πράξη του, εισηγητή ένα από τα µέλη του Συµβουλίου καθώς και την ηµέρα και ώρα συζήτησης της αίτησης, η οποία δεν µπορεί να απέχει από την κατάθεση ή την παραλαβή της πλέον των τριών µηνών. Η πράξη προσδιορισµού γνωστοποιείται στον αιτούντα ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του και στον Υπουργό Οικονοµικών µε φροντίδα του γραµµατέα σαράντα πέντε τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ηµέρα της συζήτησης, µε τηλεοµοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο µέσο εφόσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται από σχετική σηµείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και την υπογραφή του γραµµατέα. 

2. Ο αιτών µνηµονεύει στην αίτησή του το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αναφέρει τις αναβολές που τυχόν δόθηκαν µε πρωτοβουλία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, περιγράφει  συνοπτικά τα ανακύψαντα νοµικά ή πραγµατικά ζητήµατα, λαµβάνει θέση επί της πολυπλοκότητας αυτών και προσκοµίζει όλα τα απαιτούµενα στοιχεία προς απόδειξη των ανωτέρω.

3. Το Ελληνικό ∆ηµόσιο απαντά επί των προβαλλοµένων λόγων περί υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης προσκοµίζοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά µε τη δικονοµική συµπεριφορά του αιτούντος κατά την εξέλιξη της δίκης, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνει αναγκαίο για τη διάγνωση της υπόθεσης.

4. Ο αιτών παρίσταται ενώπιον του αρµοδίου Συµβουλίου µετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου και το ∆ηµόσιο µε µέλος του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους κατά τις διέπουσες τη λειτουργία του διατάξεις. Η συζήτηση των υποθέσεων γίνεται δηµόσια και η ανάπτυξή τους προφορικώς ή και εγγράφως. Κατά τη συζήτηση τηρούνται συνοπτικά πρακτικά από το γραµµατέα. Για την παράσταση του αιτούντος, ο πληρεξούσιος δικηγόρος καταβάλλει ένσηµα παράστασης και γραµµάτιο προείσπραξης που καθορίζει ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

5. Η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη εάν µέχρι την συζήτησή της δεν προσκοµισθεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Επί απορρίψεως της αιτήσεως, το αρµόδιο Συµβούλιο, εκτιµώντας τις περιστάσεις, επιβάλλει υπέρ του ∆ηµοσίου δαπάνη, ανερχόµενη έως και στο πενταπλάσιο του ύψους του παραβόλου. Το παράβολο ορίζεται σε εκατό (100) ευρώ και το ύψος του δύναται να αναπροσαρµόζεται µε απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και ∆ικαιοσύνης, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων.

6. Η απόφαση του Συµβουλίου εκδίδεται εντός έξι µηνών από τη συζήτηση της αίτησης.     


1. Το αρµόδιο Συµβούλιο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιµώντας, ιδίως, τα εξής: α) τη συµπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία παραπονείται ότι η διάρκειά της υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθεµένων νοµικών ζητηµάτων, γ) τον αριθµό των αναβολών που χορήγησε το δικαστήριο είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ’ αίτηση των διαδίκων, δ) την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων και εν γένει τις ενέργειες στις οποίες προέβη το δικαστήριο για τη διάγνωση της υπόθεσης, δ) την ύπαρξη εκκρεµών δικών µε όµοιο περιεχόµενο ενώπιον ανωτέρων ή ανωτάτων δικαστηρίων κατά τη διάρκεια της δίκης ε) την υποβολή ή µη αίτησης επιτάχυνσης.

2. Το αρµόδιο Συµβούλιο, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και εποµένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώµατος σε ταχεία απονοµή της δικαιοσύνης, αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηµατικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής λαµβάνοντας υπόψη την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης κατά συνεκτίµηση των κριτηρίων της προηγούµενης παραγράφου καθώς και την τυχόν ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα µέτρα που προβλέπονται στην κείµενη νοµοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, µεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξηµένης δικαστικής δαπάνης κατά τα οριζόµενα στις οικείες διατάξεις.

3. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το αρµόδιο Συµβούλιο επιβάλλει στο ∆ηµόσιο τα έξοδα του αιτούντος, που συνίστανται στην αµοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη της αίτησης, καθώς και για την παράσταση στη συζήτηση, όπως η αµοιβή αυτή ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα διατίµηση του Κώδικα ∆ικηγόρων. Αν το Συµβούλιο απορρίψει την αίτηση ως προφανώς απαράδεκτη ή αβάσιµη µπορεί να επιβάλει στον αιτούντα, εκτιµώντας τις περιστάσεις, ως δαπάνη του ∆ηµοσίου ποσό έως και το δεκαπλάσιο του ύψους του παραβόλου.


Εκτέλεση της απόφασης

1. Η απόφαση µε την οποία επιδικάζεται το χρηµατικό ποσό της αποζηµίωσης εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλµατος πληρωµής διατάξεις εντός έξι µηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στο Υπουργό Οικονοµίας. Η είσπραξη του ποσού αυτού µπορεί να επιτευχθεί και µε αναγκαστική εκτέλεση κατά του ∆ηµοσίου η οποία γίνεται µε κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτού. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ∆ηµοσίου επιτρέπεται µετά την παρέλευση των έξι µηνών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό Οικονοµίας

2. Για την κάλυψη της δαπάνης προς δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, εγγράφεται κατ’ έτος ειδική πίστωση στον κρατικό προϋπολογισµό, σε περίπτωση δε που δεν έχει εγγραφεί σχετική πίστωση στον προϋπολογισµό ή η εγγεγραµµένη είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί τηρείται η κατά τις οικείες διατάξεις διαδικασία εγγραφής ή µεταφοράς πίστωσης


Ειδικές επιτροπές για τις εκκρεµείς υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΑΔ

1. Οι υποθέσεις που εκκρεµούν ενώπιον του Ε∆Α∆ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, µε αίτηµα τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης και επαναφέρονται στη χώρα, εξετάζονται από τριµελείς επιτροπές οι οποίες συγκροτούνται µε απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων και συνεδριάζουν στο Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους.

2. Οι τριµελείς επιτροπές της προηγούµενης παραγράφου αποτελούνται από ένα µέλος του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ως πρόεδρο, έναν καθηγητή α.ε.ι. πανεπιστηµιακού τοµέα  οποιασδήποτε βαθµίδας σε γνωστικό αντικείµενο σχετικό µε τη νοµική επιστήµη ή ένα µέλος της Εθνικής Επιτροπής ∆ικαιωµάτων ή έναν ειδικό επιστήµονα του Συνηγόρου του Πολίτη και ένα δικηγόρο Αθηνών ή Πειραιώς που υποδεικνύεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Καθήκοντα γραµµατέων ασκούν υπάλληλοι Υπουργείων ή ν.π.δ.δ. ή άλλης δηµόσιας υπηρεσίας κατηγορίας ΠΕ οι οποίοι ορίζονται, είτε µε απόσπαση είτε παραλλήλως µε τα κύρια καθήκοντά τους, µε απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων και του αρµόδιου κατά περίπτωση Υπουργού.

3. Οι υποθέσεις εξετάζονται µε βάση τα δικόγραφα και τα στοιχεία τα οποία είχαν κατατεθεί στο Ε∆Α∆, χωρίς να απαιτείται η υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 του παρόντος. Με φροντίδα της γραµµατείας γνωστοποιείται, κατά τα οριζόµενα στην παρ. 1 του άρθρου 50 του παρόντος, στους πληρεξούσιους δικηγόρους που υπογράφουν τις προσφυγές ενώπιον του Ε∆Α∆, η ηµέρα συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον της τριµελούς επιτροπής.

4. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος.   

5. Με απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων ρυθµίζονται ειδικότερα ζητήµατα οργάνωσης και λειτουργίας των εν λόγω επιτροπών. 

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και ∆ικαιοσύνης, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων καθορίζεται η αποζηµίωση που χορηγείται κατά συνεδρίαση στα µέλη των τριµελών επιτροπών και στο γραµµατέα. 

  • 17 Ιανουαρίου 2012 04:45:10
    ΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΑΚΗ

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ, ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΠΛΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΒΟΛΕΥΤΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΚΟΜΑ.


Στο π.δ. 18/1989 προστίθεται άρθρο 33Α µε τίτλο «αίτηση επιτάχυνσης» ως εξής:

«1.Με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους προς το δικαστήριο, µπορεί να ζητηθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης της υπόθεσης για τους εξής λόγους:

α) Η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί για διάστηµα µεγαλύτερο των 30 µηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου.

β) Τα ζητήµατα τα οποία τίθενται µε το ένδικο βοήθηµα ή µέσο εµφανίζουν γενικότερο ενδιαφέρον, έχοντας συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων ή έχουν επιλυθεί µε αποφάσεις του ίδιου ή ανώτερου δικαστηρίου

γ) Στο δικαστήριο που υποβάλλεται η αίτηση, εκκρεµούν υποθέσεις για τα  ίδια ακριβώς ζητήµατα.

δ) Για όλως εξαιρετικούς  λόγους που αφορούν το αιτούν φυσικό ή νοµικό πρόσωπο.

2. Αιτήσεις οι οποίες δεν τεκµηριώνονται στη βάση συγκεκριµένων λόγων και στοιχείων απορρίπτονται ως αόριστες. 

3. Αίτηση επιτάχυνσης µπορεί να υποβάλει και ο Υπουργός ο οποίος εποπτεύει το νοµικό πρόσωπο που είναι διάδικο επικαλούµενος λόγους δηµοσίου συµφέροντος οι οποίοι επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης.  

4. Ο πρόεδρος του οικείου τµήµατος ή ο αναπληρωτής του αποδέχεται  ή απορρίπτει την αίτηση εκτιµώντας κυρίως τις ανάγκες και τον φόρτο του δικαστηρίου καθώς και τις τυχόν  προηγούµενες καθυστερήσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης σε προηγούµενους βαθµούς ή στάδια της διαδικασίας. 

5. O λόγος του εδαφίου α) της παραγράφου 1 µπορεί να προβληθεί για ένδικα βοηθήµατα ή µέσα τα οποία ασκούνται µετά την 16η Σεπτεµβρίου 2012 και εφόσον γίνει δεκτός η δικάσιµος ορίζεται υποχρεωτικά εντός εξαµήνου από την αποδοχή της αίτησης επιτάχυνσης, εκτός αν ο διάδικος που αιτείται την επιτάχυνση συνέβαλε στην παράταση της εκκρεµοδικίας.  Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται µόνο µία φορά για σπουδαίο λόγο σε δικάσιµο η οποία δεν µπορεί να απέχει πάνω από  ένα τρίµηνο από την ορισθείσα µε την πράξη επί της αίτησης επιτάχυνσης

6. Για µια πενταετία, η οποία αρχίζει από την 16η Σεπτεµβρίου 2012, ο προσδιορισµός και η συζήτηση των εισαγοµένων ενδίκων βοηθηµάτων και µέσων εντός τριάντα µηνών από την κατάθεσή τους, δεν µπορεί να υπερβαίνει το 1/3 των υποθέσεων κάθε δικασίµου».


1. Μετά το άρθρο 127 του ν. 2717/1999 προστίθεται άρθρο 127 Α µε τίτλο « αίτηση επιτάχυνσης - προτίµησης»:

«1.Με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου προς το δικαστήριο στο οποίο εκκρεµεί  το ένδικο βοήθηµα ή µέσο, µπορεί να ζητηθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης της υπόθεσης για τους εξής λόγους:

α) Η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί για διάστηµα µεγαλύτερο των 30 µηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου.

β) Τα ζητήµατα τα οποία τίθενται µε το ένδικο βοήθηµα ή µέσο εµφανίζουν γενικότερο ενδιαφέρον, έχοντας συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων ή έχουν επιλυθεί µε αποφάσεις του ίδιου ή ανώτερου δικαστηρίου

γ) Στο δικαστήριο που υποβάλλεται η αίτηση ,εκκρεµούν υποθέσεις για τα  ίδια ακριβώς ζητήµατα.

δ) Για όλως εξαιρετικούς  λόγους που αφορούν το αιτούν φυσικό ή νοµικό πρόσωπο.

2. Αιτήσεις οι οποίες δεν τεκµηριώνονται στη βάση συγκεκριµένων  λόγων και στοιχείων απορρίπτονται ως αόριστες. 

3. Αίτηση επιτάχυνσης µπορεί να υποβάλει και ο Υπουργός ο οποίος εποπτεύει το νοµικό πρόσωπο που είναι διάδικο επικαλούµενος λόγους δηµοσίου συµφέροντος οι οποίοι επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης.  

4. Για την αποδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως αρµόδιος να αποφανθεί είναι ο πρόεδρος του συµβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόµενος απ’ αυτούς δικαστής, εκτιµώντας κυρίως τις ανάγκες και τον φόρτο του δικαστηρίου καθώς και τις τυχόν  προηγούµενες καθυστερήσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης σε προηγούµενους βαθµούς ή στάδια της διαδικασίας. Εφόσον η αίτηση γίνει δεκτή ,ορίζεται δικάσιµος κατά το δυνατόν σε σύντοµο χρόνο.

5. O λόγος του εδαφίου α) της παραγράφου 1 µπορεί να προβληθεί για ένδικα βοηθήµατα ή µέσα τα οποία ασκούνται µετά την 16η Σεπτεµβρίου 2012 και εφόσον γίνει δεκτός, η δικάσιµος ορίζεται υποχρεωτικά εντός εξαµήνου από την αποδοχή της αίτησης επιτάχυνσης, εκτός αν ο διάδικος που αιτείται την επιτάχυνση συνέβαλε στην επιµήκυνση της εκκρεµοδικίας.  Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται µόνο µία φορά για σπουδαίο λόγο σε δικάσιµο η οποία δεν µπορεί να απέχει πάνω από  ένα τρίµηνο από την ορισθείσα µε την πράξη επί της αίτησης επιτάχυνσης

6. Για µια πενταετία, η οποία αρχίζει από την 16η Σεπτεµβρίου 2012, ο προσδιορισµός και η συζήτηση των εισαγοµένων ενδίκων βοηθηµάτων και µέσων εντός τριάντα µηνών από την κατάθεσή τους, δεν µπορεί να υπερβαίνει το 1/3 των υποθέσεων κάθε δικασίµου».


1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του ν. 3886/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του. Ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντά του και της αιτιολογίας της. Η πράξη, καθώς και κάθε στοιχείο της αιτιολογίας της, μπορεί να αποστέλλεται στον ενδιαφερόμενο με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μέσο. Ειδικώς η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης περιλαμβάνει τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 40 του π.δ. 59/2007 (ΦΕΚ 63 Α') ή, κατά περίπτωση, της παρ. 2 του άρθρου 35 του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ 64 Α') και αναφέρει τις προθεσμίες αναστολής σύναψης της σύμβασης, όπως προκύπτουν από την παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος.

2. Η προδικαστική προσφυγή κοινοποιείται με φροντίδα του προσφεύγοντος στον εκπρόσωπο ή τον αντίκλητο κάθε θιγόμενου από τυχόν ολική ή μερική παραδοχή της προδικαστικής προσφυγής. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής δεν επάγεται απαράδεκτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής.

3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά πράξης, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου.

4. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποφανθεί αιτιολογημένα, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής και, αν την κρίνει βάσιμη, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, τεκμαίρεται η απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής. Η αναθέτουσα αρχή πάντως, δύναται να δεχθεί εν όλω ή εν μέρει την προδικαστική προσφυγή και μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, έως την προτεραία της πρώτης ορισθείσας δικασίμου της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, στην περίπτωση δε αυτή καταργείται αντιστοίχως η δίκη επί της εν λόγω αίτησης. H αρχή δύναται επίσης να παραθέσει αρχική ή συμπληρωματική αιτιολογία για την απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής, η οποία πρέπει να περιέλθει στο δικαστήριο το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την, αρχική ή μετ' αναβολή, δικάσιμο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Η καθυστερημένη περιέλευση του σχετικού εγγράφου δεν υποχρεώνει το δικαστήριο σε αναβολή.

5. Το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις συντρέχουσες σε κάθε περίπτωση συνθήκες και εφόσον κρίνει ότι η παράλειψη αιτιολόγησης ή η καθυστερημένη αιτιολόγηση της απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την ουσιαστική παροχή έννομης προστασίας, μπορεί, με την απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως χρηματική κύρωση στην αρχή. Το ποσό της κύρωσης αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πεντακόσια (500) ευρώ ούτε μεγαλύτερο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ και καταβάλλεται μία φορά για κάθε στάδιο του διαγωνισμού στον αιτούντα, του οποίου η αίτηση εκδικάζεται πρώτη.

6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημόσιων διαγωνισμών.

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του. Ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντά του και της αιτιολογίας της. Η πράξη, καθώς και κάθε στοιχείο της αιτιολογίας της, μπορεί να αποστέλλεται στον ενδιαφερόμενο με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μέσο. Ειδικώς η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης περιλαμβάνει τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 40 του π.δ. 59/2007 (ΦΕΚ 63 Α') ή, κατά περίπτωση, της παρ. 2 του άρθρου 35 του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ 64 Α') και αναφέρει τις προθεσμίες αναστολής σύναψης της σύμβασης, όπως προκύπτουν από την παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος.

2. Η προδικαστική προσφυγή κοινοποιείται με φροντίδα του προσφεύγοντος στον εκπρόσωπο ή τον αντίκλητο κάθε θιγόμενου από τυχόν ολική ή μερική παραδοχή της προδικαστικής προσφυγής. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής δεν επάγεται απαράδεκτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής.

3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά πράξης, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου.

4. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποφανθεί αιτιολογηµένα, µέσα σε προθεσµία δεκαπέντε (15) ηµερών από την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής και, αν την κρίνει βάσιµη, λαµβάνει τα κατάλληλα µέτρα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσµία, τεκµαίρεται η απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής. Η αναθέτουσα αρχή πάντως, δύναται να δεχθεί εν όλω ή εν µέρει την προδικαστική προσφυγή και µετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσµίας, έως την προτεραία της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών µέτρων, στην περίπτωση δε αυτή καταργείται αντιστοίχως η δίκη επί της εν λόγω αίτησης κατά το µέρος για το οποίο έγινε αποδεκτή η προδικαστική προσφυγή του αιτούντος. H αρχή δύναται επίσης να παραθέσει αρχική ή συµπληρωµατική αιτιολογία για την απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής, η οποία πρέπει να περιέλθει στο δικαστήριο το αργότερο έξι (6) ηµέρες πριν από την, αρχική ή µετ' αναβολή, δικάσιµο της αίτησης ασφαλιστικών µέτρων. Η καθυστερηµένη περιέλευση του σχετικού εγγράφου δεν υποχρεώνει το δικαστήριο σε αναβολή.

5. Το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις συντρέχουσες σε κάθε περίπτωση συνθήκες και εφόσον κρίνει ότι η παράλειψη αιτιολόγησης ή η καθυστερημένη αιτιολόγηση της απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την ουσιαστική παροχή έννομης προστασίας, μπορεί, με την απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως χρηματική κύρωση στην αρχή. Το ποσό της κύρωσης αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πεντακόσια (500) ευρώ ούτε μεγαλύτερο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ και καταβάλλεται μία φορά για κάθε στάδιο του διαγωνισμού στον αιτούντα, του οποίου η αίτηση εκδικάζεται πρώτη.

6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημόσιων διαγωνισμών.


2.Αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του νόµου 3886/2010 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων

 1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής.

2. Η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, η άσκηση αυτής, καθώς και η προθεσμία και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Εφόσον ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ειδοποιεί σχετικά την αναθέτουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως τα ηλεκτρονικά και η τηλεομοιοτυπία, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την άσκηση της αιτήσεως. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4.

3. Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή, εάν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

4. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από το δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

5. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος.

6. Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης.

7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

8. Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

     Προτεινόμενο κείμενο

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων

 1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής.

«2. Η προθεσµία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, η άσκηση αυτής, καθώς και η προθεσµία και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών µέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύµβασης, εκτός εάν µε την προσωρινή διαταγή ο αρµόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Εφόσον ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, ο αιτών ειδοποιεί σχετικά την αναθέτουσα αρχή µε κάθε πρόσφορο µέσο, όπως τα ηλεκτρονικά και η τηλεοµοιοτυπία, µέσα σε πέντε (5) ηµέρες από την άσκηση της αιτήσεως. Εντός δέκα (10) ηµερών από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, η αναθέτουσα αρχή οφείλει, εφόσον έχει ειδοποιηθεί κατά τα ανωτέρω, να αποστείλει στο δικαστήριο µε κάθε πρόσφορο µέσο το διοικητικό φάκελο και τις απόψεις της. Σε περίπτωση µη αποστολής φακέλου από τη διοίκηση, το δικαστήριο µπορεί να συνάγει τεκµήριο οµολογίας της αναθέτουσας αρχής για την πραγµατική βάση των ισχυρισµών του αιτούντος. Το ίδιο τεκµήριο µπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει, όταν έχουν αποσταλεί ορισµένα στοιχεία από την αναθέτουσα αρχή, όµως το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ελλιπή και δεν επαρκούν για την πιθανολόγηση του βασίµου των προβαλλοµένων αιτιάσεων. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών µέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως µε την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4».

3. Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή, εάν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

4. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από το δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

5. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος.

6. Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης.

7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

8. Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.


3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 5 του νόµου 3886/2010 (Α 173) συµπληρώνεται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων

 1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής.

2. Η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, η άσκηση αυτής, καθώς και η προθεσμία και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Εφόσον ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ειδοποιεί σχετικά την αναθέτουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως τα ηλεκτρονικά και η τηλεομοιοτυπία, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την άσκηση της αιτήσεως. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4.

3. Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή, εάν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

4. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από το δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

5. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος.

6. Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης.

7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

8. Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

     Προτεινόμενο κείμενο

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων

 

1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής.

2. Η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, η άσκηση αυτής, καθώς και η προθεσμία και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Εφόσον ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ειδοποιεί σχετικά την αναθέτουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως τα ηλεκτρονικά και η τηλεομοιοτυπία, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την άσκηση της αιτήσεως. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4.

3. Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή, εάν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

4. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από το δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

«Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών, υπογραφόµενο από το Πρόεδρο, τα µέλη και τον Γραµµατέα, εκδίδεται υποχρεωτικά σε προθεσµία (7) επτά ηµερών από την εκδίκαση της αίτησης ή, αν έχει χορηγηθεί προθεσµία στους διαδίκους για τη νοµιµοποίησή τους ή για την υποβολή υποµνήµατος, από τη λήξη της προθεσµίας αυτής. Η προθεσµία προς τους διαδίκους δεν µπορεί, πάντως, να υπερβαίνει τις δέκα (10) ηµέρες από την εκδίκαση».

6. Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης.

7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

8. Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.


1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 243 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, από τον ανακριτή ενεργείται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

«2***. Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα.*** Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε..»

«3. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι καλούν τους μάρτυρες για να εξεταστούν και τους κατηγορουμένους για να απολογηθούν ενώπιον τους,»** αν όλοι αυτοί είναι κάτοικοι της περιφέρειάς τους ή όμορων ειρηνοδικειακών περιφερειών*. Σε αντίθετη περίπτωση, αφού ειδοποιήσουν ταυτόχρονα τον οικείο εισαγγελέα, αναθέτουν την εξέταση μαρτύρων και τη λήψη απολογιών κατηγορουμένων, που είναι κάτοικοι άλλων περιφερειών, στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει την παραγγελία μέσα σε δέκα ημέρες. Τα ειρηνοδικεία που έχουν την έδρα τους στην περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης θεωρούνται γειτονικά.

«4. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παραγγελία για διενέργεια προανάκρισης μέχρι την περάτωσή της κατά το άρθρο 245 δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα εφετών.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Πότε και ποιόν ενεργείται

«1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο µετά γραπτή  παραγγελία του εισαγγελέα».

 «2***. Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα.*** Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε..»

«3. Ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύµφωνα µε την παράγραφο 1 είναι υποχρεωµένος να διενεργήσει όλες τις προανακριτικές πράξεις που αφορούν την υπόθεση για την οποία η παραγγελία και καλεί ενώπιον του τους µάρτυρες για εξέταση και τους κατηγορούµενους για να απολογηθούν εφόσον αυτοί κατοικούν στην περιφέρεια του εφετείου της έδρας του. Αν οι µάρτυρες και οι κατηγορούµενοι είναι κάτοικοι άλλων εφετειακών περιφερειών, ο κατά τα άνω ανακριτικός υπάλληλος αναθέτει την εξέταση των µαρτύρων και τη λήψη των απολογιών των κατηγορουµένων στον αρµόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει αυτήν µέσα σε προθεσµία δέκα (10) ηµερών. Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος µετά το πέρας των άνω ενεργειών επιστρέφει τη δικογραφία µε εκτελεσµένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα εφετεία Αθηνών και Πειραιώς θεωρούνται ως ανήκοντα σε µία εφετειακή περιφέρεια».  

«4. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παραγγελία για διενέργεια προανάκρισης μέχρι την περάτωσή της κατά το άρθρο 245 δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα εφετών.».


3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής: 4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Ενέργειες του ανακριτή

1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που θεωρεί κατά την κρίση του αναγκαίες για να εξακριβωθούν το έγκλημα και οι υπαίτιοι, τις τυχόν προτάσεις του εισαγγελέα τις λαμβάνει υπόψη του μόνον αν το κρίνει σκόπιμο.

2. Ο ανακριτής οφείλει επίσης να βεβαιώσει τη ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα, αν αυτό είναι αναγκαίο για τη δικαστική κρίση σχετικά με το έγκλημα ή κάποια από τις περιστάσεις του ή αν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων εκείνος που αδικήθηκε.

3. Αν προηγήθηκε προανάκριση, ο ανακριτής ενεργεί και πάλι τις ανακριτικές πράξεις που έχουν ήδη γίνει, όταν αυτές χρειάζονται συμπλήρωση ή δεν έγιναν νομότυπα ή όταν το κρίνει σκόπιμο.

«4. Ο ανακριτής οφείλει να περατώσει την κύρια ανάκριση μέσα σε οκτώ μήνες και τη διατασσόμενη από το συμβούλιο συμπληρωματική ανάκριση μέσα σε δύο μήνες, αφότου η δικογραφία περιέλθει σε αυτόν. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν εφάπαξ μέχρι δύο μήνες με αιτιολογημένο σε κάθε περίπτωση βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ο ανακριτής απευθύνεται πριν από τη συμπλήρωση των πιο πάνω προθεσμιών. Εάν η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, η κατά τα ως άνω παράταση μπορεί να διαρκέσει για εύλογο χρονικό διάστημα.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Ενέργειες του ανακριτή

«1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα, ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που θεωρεί κατά την κρίση του αναγκαίες για να εξακριβωθούν το έγκληµα και οι υπαίτιοι. Σε υποθέσεις το αντικείµενο των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις, ο ανακριτής µπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα εφετών, που έχει την ανώτατη διεύθυνση της ανάκρισης, όπως µε πράξη του ορίσει ειδικούς επιστήµονες για την υποβοήθηση του έργου της ανάκρισης. Ο ορισµός των προσώπων αυτών γίνεται µεταξύ αυτών που υπηρετούν στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα και εφαρµόζονται αναλόγως, ως προς αυτούς, οι διατάξεις των άρθρων  188 έως 193».

2. Ο ανακριτής οφείλει επίσης να βεβαιώσει τη ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα, αν αυτό είναι αναγκαίο για τη δικαστική κρίση σχετικά με το έγκλημα ή κάποια από τις περιστάσεις του ή αν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων εκείνος που αδικήθηκε.

«3. Αν προηγήθηκε προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ο ανακριτής δεν επαναλαµβάνει τις ανακριτικές πράξεις που έχουν γίνει στο πλαίσιό τους.  Μόνο όταν κρίνει ότι οι πράξεις δεν έγιναν νοµότυπα  ή όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρειάζονται ειδική συµπλήρωση, επαναλαµβάνει αυτές. Για την ενέργεια των πράξεων του προηγούµενου εδαφίου απαιτείται η σύµφωνη γνώµη του εισαγγελέα».

 «4. Ο ανακριτής οφείλει να περατώσει την κύρια ανάκριση μέσα σε οκτώ μήνες και τη διατασσόμενη από το συμβούλιο συμπληρωματική ανάκριση μέσα σε δύο μήνες, αφότου η δικογραφία περιέλθει σε αυτόν. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν εφάπαξ μέχρι δύο μήνες με αιτιολογημένο σε κάθε περίπτωση βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ο ανακριτής απευθύνεται πριν από τη συμπλήρωση των πιο πάνω προθεσμιών. Εάν η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, η κατά τα ως άνω παράταση μπορεί να διαρκέσει για εύλογο χρονικό διάστημα.».


5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 250 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εξουσία του ανακριτή

 1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής.

2. Αν κατά την πορεία της ανάκρισης ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του κώδικα.

     Προτεινόμενο κείμενο

Εξουσία του ανακριτή

 «1. Ο ανακριτής έχει το δικαίωµα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συµµετείχαν στην ίδια πράξη. ∆εν µπορεί όµως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωµα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης».

2. Αν κατά την πορεία της ανάκρισης ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του κώδικα.


1.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι

1. Οσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.

2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα. «Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσονται και ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα.»

«3. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους - εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν - εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.»

"4. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν παραβιασθούν από αυτόν, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298".

«5. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 291. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι

1. Οσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.

2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα. «Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσονται και ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα.»

«3. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους - εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν - εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. «Εάν η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο πράξη απειλείται στο νόµο µε ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη µε ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκληµα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληµατικής ή τροµοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει µεγάλος αριθµός παθόντων απ’ αυτό, προσωρινή κράτηση µπορεί να επιβληθεί και όταν, µε βάση τα συγκεκριµένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογηµένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήµατα».  Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.»

"4. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν παραβιασθούν από αυτόν, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298".

«5. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 291. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση.»


2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Ενταλμα προσωρινής κράτησης

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 282 ο ανακριτής, αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να τον αφήσει ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη που να του θέτει περιοριστικούς ή άλλους όρους ή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου, να εκδώσει εναντίον του ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης, αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. "Ο εισαγγελέας, πριν εκφράσει τη γνώμη του, υποχρεούται να ακούσει τον κατηγορούμενο και το συνήγορό του". Σε περίπτωση διαφωνίας για την προσωρινή κράτηση ή για τους όρους που πρέπει να τεθούν, αποφαίνεται το δικαστικό συμβούλιο (άρθρο 305 και 307 στοιχ. στ).

2. Το ένταλμα για την προσωρινή κράτηση ή η διάταξη που ορίζει τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 282 περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που αναγράφονται στο άρθρο 276 παρ. 3, την ακριβή σημείωση για το κακούργημα ή το πλημμέλημα.* Το ένταλμα προσωρινής κράτησης εκτελείται με τη φροντίδα του εισαγγελέα από τις αρχές που σύμφωνα με το άρθρο 277 τους έχει ανατεθεί η εκτέλεση ενταλμάτων.* Gια τους στρατιωτικούς τηρούνται και οι σχετικές διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.

     Προτεινόμενο κείμενο

Ενταλμα προσωρινής κράτησης

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 282 ο ανακριτής, αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να τον αφήσει ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη που να του θέτει περιοριστικούς ή άλλους όρους ή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου, να εκδώσει εναντίον του ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης, αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. "Ο εισαγγελέας, πριν εκφράσει τη γνώμη του, υποχρεούται να ακούσει τον κατηγορούμενο και το συνήγορό του".  «Σε περίπτωση διαφωνίας για την προσωρινή κράτηση ή για τους όρους που πρέπει να τεθούν, αποφαίνεται την ίδια ηµέρα που απολογήθηκε ο κατηγορούµενος το τριµελές πληµµελειοδικείο, το οποίο συνεδριάζει ως συµβούλιο και αποφασίζει αφού ακούσει τη γνώµη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων. Όταν πρόκειται για διαφωνία περί την προσωρινή κράτηση, ο ανακριτής υποχρεούται να εκδώσει αµέσως ένταλµα σύλληψης του κατηγορουµένου, το οποίο ισχύει µέχρι την έκδοση της απόφασης του άνω δικαστηρίου».

2. Το ένταλμα για την προσωρινή κράτηση ή η διάταξη που ορίζει τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 282 περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που αναγράφονται στο άρθρο 276 παρ. 3, την ακριβή σημείωση για το κακούργημα ή το πλημμέλημα.* Το ένταλμα προσωρινής κράτησης εκτελείται με τη φροντίδα του εισαγγελέα από τις αρχές που σύμφωνα με το άρθρο 277 τους έχει ανατεθεί η εκτέλεση ενταλμάτων.* Gια τους στρατιωτικούς τηρούνται και οι σχετικές διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.


Η παράγραφος 2 του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Δικαιοδοσία του συμβουλίου πλημμελειοδικών μετά το τέλος της ανάκρισης

«1. Το συμβούλιο, μέσα σε δύο μήνες ή, αν εφαρμοσθεί η επόμενη παράγραφος, μέσα σε τρείς μήνες από την υποβολή της πρότασης του εισαγγελέα, μπορεί: α) να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία,

β) να παύει οριστικά την ποινική δίωξη,

γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, μόνο όμως για τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της εκβίασης, της κλοπής (και ζωοκλοπής) και του εμπρησμού, δ) να διατάσσει περαιτέρω ανάκριση και

ε) να παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου.».

«2. Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση του συνηγόρου του ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτρέψει και την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Επί υποθέσεων σε βαθμό κακουργήματος, εάν ο αιτών δεν έχει συνήγορο, διατάσσεται υποχρεωτικά η εμφάνισή του. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους ή του συνηγόρου του, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους, αναλόγως. Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Δικαιοδοσία του συμβουλίου πλημμελειοδικών μετά το τέλος της ανάκρισης

«1. Το συμβούλιο, μέσα σε δύο μήνες ή, αν εφαρμοσθεί η επόμενη παράγραφος, μέσα σε τρείς μήνες από την υποβολή της πρότασης του εισαγγελέα, μπορεί: α) να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία,

β) να παύει οριστικά την ποινική δίωξη,

γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, μόνο όμως για τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της εκβίασης, της κλοπής (και ζωοκλοπής) και του εμπρησμού, δ) να διατάσσει περαιτέρω ανάκριση και

ε) να παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου.».

«2. Ενώπιον του συµβουλίου δεν επιτρέπεται η εµφάνιση του εισαγγελέα και των διαδίκων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις εφόσον το συµβούλιο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο µπορεί να διατάξει την εµφάνιση ενώπιόν του όλων των διαδίκων. Αν µετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συµβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το συµβούλιο, στην περίπτωση που κρίνει ότι αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης, οφείλει να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους, ή τους αντικλήτους τους, για να ενηµερωθούν και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σε προθεσµία που καθορίζει το ίδιο». 

  • 5 Ιανουαρίου 2012 06:45:29
    ΛΙΛΙΑΝΑ ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΤΗ

    Εφόσον κληθούν κάποιοι διάδικοι στο συμβούλιο, Υοχρεωτικά πρέπει να καλούνται όλοι οι διάδικοι, όπως ισχύει σήμερα.


2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 287 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 287 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής:4. Το τελευταίο εδά

Προγενέστερο κείμενο

Διάρκεια της προσωρινής κράτησης

1. «Αν η προσωρινή κράτηση διαρκέσει έξι μήνες, ή στην εντελώς εξαιρετική περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή τους τρεις μήνες, το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του, αν πρέπει να απολυθεί ο κατηγορούμενος από τις φυλακές ή να εξακολουθήσει η προσωρινή κράτηση του.» Για το σκοπό αυτόν:

α) Αν η ανάκριση συνεχίζεται, πέντε ημέρες πριν από τη συμπλήρωση του χρονικού αυτού διαστήματος ο ανακριτής αναφέρει στον εισαγγελέα εφετών με αιτιολογημένη έκθεσή του τους λόγους για τους οποίους δεν περατώθηκε η ανάκριση και διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μέσα σε δέκα ημέρες εισάγει τη δικογραφία στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. Πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση ειδοποιείται με οποιοδήποτε μέσο (έγγραφο, τηλεγράφημα, τηλετύπημα ή τηλεομοιοτύπημα) ο κατηγορούμενος, ο οποίος μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του με υπόμνημα που διαβιβάζεται αμέσως στο δικαστικό συμβούλιο με επιμέλεια της διεύθυνσης της φυλακής. Το συμβούλιο μπορεί να καλέσει με τον ίδιο τρόπο τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί για να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του, είτε αυτοπροσώπως είτε δια συνηγόρου, ο οποίος διορίζεται με απλό έγγραφο θεωρημένο από το διευθυντή της φυλακής. Το συμβούλιο αποφαίνεται αφού ακούσει και τον εισαγγελέα. Αν η ανάκριση ενεργείται από εφέτη κατά το άρθρο 29, αρμόδιο να αποφανθεί είναι το συμβούλιο των εφετών.

β) Αν η ανάκριση έχει περατωθεί, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου, στο οποίο θα δικαστεί η υπόθεση ή ο εισαγγελέας εφετών, αν έχει ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος, πέντε ημέρες πριν από τη συμπλήρωση του παραπάνω χρονικού διαστήματος εισάγει τη δικογραφία με αιτιολογημένη πρότασή του στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο συμβούλιο. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα.

2. "Σε κάθε περίπτωση έως και την έκδοση της οριστικής απόφασης η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. «Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον η κατηγορία αφορά σε εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα:» α) του συμβουλίου εφετών, αν η υπόθεση εκκρεμεί σ' αυτό ύστερα από έφεση κατά βουλεύματος ή έχει εισαχθεί στο ακροατήριο του εφετείου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή αν το συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, και β) του συμβουλίου πλημμελειοδικών σε κάθε άλλη περίπτωση.

Αν η υπόθεση εκκρεμεί στον ανακριτή και συνεχίζεται η προσωρινή κράτηση σύμφωνα με την παρ. 1, ο ανακριτής τριάντα ημέρες πριν από την συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της σύμφωνα με την παράγραφο, διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα, ο οποίος μέσα σε δεκαπέντε ημέρες την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας, είκοσι πέντε ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της προσωρινής κράτησης σύμφωνα με αυτή στην παράγραφο ή πριν από το τέλος της παράτασης που ήδη είχε χορηγηθεί, υποβάλλει στο αρμόδιο συμβούλιο πρόταση για παράταση ή όχι της προσωρινής κράτησης.

Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα. "Κατά των βουλευμάτων της παρούσης παραγράφου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα".

3*** (βλ. σχόλια). Αν η προσωρινή κράτηση δεν παραταθεί μέσα στην προθεσμία τριάντα (30) ημερών μετά τη συμπλήρωση των τριών (3) ή των έξι (6) μηνών που προβλέπονται στην παρ. 1, το ένταλμα ή το βούλευμα με το οποίο είχε διαταχθεί παύει να ισχύει και ο αρμόδιος εισαγγελέας διατάσσει την απόλυση του προσωρινώς κρατουμένου. Η απόλυση διατάσσεται και μετά τη λήξη του χρόνου παράτασης της προσωρινής κράτησης, που αποφασίστηκε με βούλευμα.

4. Οσα αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 285 και στο άρθρο 282 για την επιβολή περιοριστικών ή άλλων όρων, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού.

5. Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλύεται από το κατά την παρ. 2 αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, εφαρμόζονται δε και στην περίπτωση αυτήν όσα ορίζονται στην παρ. 1 στοιχείο α' για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στον εισαγγελέα και στον κρατούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.

     Προτεινόμενο κείμενο

1. «Αν η προσωρινή κράτηση διαρκέσει έξι μήνες, ή στην εντελώς εξαιρετική περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή τους τρεις μήνες, το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του, αν πρέπει να απολυθεί ο κατηγορούμενος από τις φυλακές ή να εξακολουθήσει η προσωρινή κράτηση του.» Για το σκοπό αυτόν:

«α) Αν η ανάκριση συνεχίζεται, πέντε ηµέρες πριν από τη συµπλήρωση του χρονικού αυτού διαστήµατος ο ανακριτής αναφέρει στον εισαγγελέα εφετών µε αιτιολογηµένη έκθεσή του τους λόγους για τους οποίους δεν περατώθηκε η ανάκριση και διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πληµµελειοδικών, ο οποίος την εισάγει αµέσως στο συµβούλιο πληµµελειοδικών µε έγγραφη αιτιολογηµένη πρότασή του. Ο γραµµατέας του συµβουλίου ειδοποιεί µε οποιοδήποτε µέσο (έγγραφο, τηλεγράφηµα, τηλετύπηµα ή τηλεοµοιοτυπία) τον κατηγορούµενο ή τον συνήγορό του για να διατυπώσει τις απόψεις του µε έγγραφο υπόµνηµα, µέσα σε προθεσµία που καθορίζει ο πρόεδρος του συµβουλίου, έχει δε δικαίωµα ο κατηγορούµενος να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης. Ο εισαγγελέας, ο κατηγορούµενος και ο συνήγορός του δεν εµφανίζονται ενώπιον του συµβουλίου, µπορεί όµως το συµβούλιο εάν κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο να διατάξει την ενώπιόν του εµφάνιση του κατηγορουµένου. Μετά ταύτα, το συµβούλιο αποφαίνεται αµετάκλητα αν πρέπει να απολυθεί προσωρινά ο κατηγορούµενος ή να εξακολουθήσει η προσωρινή του κράτηση. Αν η ανάκριση ενεργείται από εφέτη, κατά το άρθρο 29, αρµόδιο να αποφανθεί είναι το συµβούλιο εφετών».

β) Αν η ανάκριση έχει περατωθεί, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου, στο οποίο θα δικαστεί η υπόθεση ή ο εισαγγελέας εφετών, αν έχει ασκηθεί έφεση κατά βουλεύματος, πέντε ημέρες πριν από τη συμπλήρωση του παραπάνω χρονικού διαστήματος εισάγει τη δικογραφία με αιτιολογημένη πρότασή του στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο συμβούλιο. «Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούµενη περίπτωση α΄ για την ειδοποίηση του κατηγορουµένου προς υποβολή υποµνήµατος, την λήψη αντιγράφου της εισαγγελικής πρότασης, την µη εµφάνιση τούτου ενώπιον του συµβουλίου και την απόφαση του τελευταίου».

2. "Σε κάθε περίπτωση έως και την έκδοση της οριστικής απόφασης η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. «Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον η κατηγορία αφορά σε εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα:» α) του συμβουλίου εφετών, αν η υπόθεση εκκρεμεί σ' αυτό ύστερα από έφεση κατά βουλεύματος ή έχει εισαχθεί στο ακροατήριο του εφετείου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή αν το συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, και β) του συμβουλίου πλημμελειοδικών σε κάθε άλλη περίπτωση.

Αν η υπόθεση εκκρεμεί στον ανακριτή και συνεχίζεται η προσωρινή κράτηση σύμφωνα με την παρ. 1, ο ανακριτής τριάντα ημέρες πριν από την συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της σύμφωνα με την παράγραφο, διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα, ο οποίος μέσα σε δεκαπέντε ημέρες την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας, είκοσι πέντε ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της προσωρινής κράτησης σύμφωνα με αυτή στην παράγραφο ή πριν από το τέλος της παράτασης που ήδη είχε χορηγηθεί, υποβάλλει στο αρμόδιο συμβούλιο πρόταση για παράταση ή όχι της προσωρινής κράτησης.

«Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούµενη παράγραφο για την ειδοποίηση του κατηγορουµένου προς υποβολή υποµνήµατος, την λήψη αντιγράφου της εισαγγελικής πρότασης, την µη εµφάνιση τούτου ενώπιον του συµβουλίου και την απόφαση του τελευταίου».

3*** (βλ. σχόλια). Αν η προσωρινή κράτηση δεν παραταθεί μέσα στην προθεσμία τριάντα (30) ημερών μετά τη συμπλήρωση των τριών (3) ή των έξι (6) μηνών που προβλέπονται στην παρ. 1, το ένταλμα ή το βούλευμα με το οποίο είχε διαταχθεί παύει να ισχύει και ο αρμόδιος εισαγγελέας διατάσσει την απόλυση του προσωρινώς κρατουμένου. Η απόλυση διατάσσεται και μετά τη λήξη του χρόνου παράτασης της προσωρινής κράτησης, που αποφασίστηκε με βούλευμα.

4. Οσα αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 285 και στο άρθρο 282 για την επιβολή περιοριστικών ή άλλων όρων, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού.

5. Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλύεται από το κατά την παρ. 2 αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, εφαρμόζονται δε και στην περίπτωση αυτήν όσα ορίζονται στην παρ. 1 στοιχείο α' για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στον εισαγγελέα και στον κρατούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.


5. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 138 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απόφαση, βούλευμα και διάταξη

ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

1. Ο κώδικας αυτός ορίζει σε ποιές περιπτώσεις ο δικαστής εκδίδει απόφαση ή διάταξη.

Διατάξεις εκδίδει και ο εισαγγελέας σε όσες περιπτώσεις του επιβάλλει ο νόμος την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα κατά την προδικασία ή κατά το χρόνο που το δικαστήριο διακόπτει τη συνεδρίασή του. Στην τελευταία περίπτωση η διάταξη του εισαγγελέα μπορεί να γίνει και προφορικά. Η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα.

2. Πριν από κάθε απόφαση η διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει (άρθρο 27), καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά. Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακούσουν οι διάδικου πριν εκδοθεί το βούλευμα ή η διάταξη του ανακριτή.

3. Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης.

     Προτεινόμενο κείμενο

Απόφαση, βούλευμα και διάταξη

ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

1. Ο κώδικας αυτός ορίζει σε ποιές περιπτώσεις ο δικαστής εκδίδει απόφαση ή διάταξη.

Διατάξεις εκδίδει και ο εισαγγελέας σε όσες περιπτώσεις του επιβάλλει ο νόμος την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα κατά την προδικασία ή κατά το χρόνο που το δικαστήριο διακόπτει τη συνεδρίασή του. Στην τελευταία περίπτωση η διάταξη του εισαγγελέα μπορεί να γίνει και προφορικά. Η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα.

2. Πριν από κάθε απόφαση η διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει (άρθρο 27), καθώς και οι παρόντες διάδικοι. «Τα βουλεύµατα του δικαστικού συµβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά όταν η εµφάνισή του στο συµβούλιο προβλέπεται από το νόµο». Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακούσουν οι διάδικου πριν εκδοθεί το βούλευμα ή η διάταξη του ανακριτή.

3. Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης.


6. Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 18 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, απαλείφεται η φράση «ενώ καλείται ο αιτών και αν είναι δυνατόν και οι άλλοι διάδικοι».

Προγενέστερο κείμενο

Πότε η αίτηση είναι απαράδεκτη

Αν η αίτηση για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα (άρθρο 16 παρ. 2 και 3) ή παράτυπα ή αν έχει ελλείψεις στο περιεχόμενο, το αρμόδιο, κατά το άρθρο 20, δικαστήριο ή συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα την απορρίπτει ως απαράδεκτη μέσα σε δύο το πολύ ημέρες από την υποβολή της. Στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο δεν συμμετέχει εκείνος που τον αφορά η εξαίρεση, ενώ καλείται ο αιτών και, αν είναι δυνατόν, και οι άλλοι διάδικοι. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο στην ίδια συνεδρίαση αποφασίζει, αν είναι αρμόδιο, αν η αίτηση για εξαίρεση είναι παραδεκτή. Η απόφαση εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακουστούν αυτός που ζήτησε προφορικά την εξαίρεση και οι υπόλοιποι διάδικοι που παρευρίσκονται στο δικαστήριο.

     Προτεινόμενο κείμενο

Πότε η αίτηση είναι απαράδεκτη

Αν η αίτηση για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα (άρθρο 16 παρ. 2 και 3) ή παράτυπα ή αν έχει ελλείψεις στο περιεχόμενο, το αρμόδιο, κατά το άρθρο 20, δικαστήριο ή συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα την απορρίπτει ως απαράδεκτη μέσα σε δύο το πολύ ημέρες από την υποβολή της. Στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο δεν συμμετέχει εκείνος που τον αφορά η εξαίρεση. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο στην ίδια συνεδρίαση αποφασίζει, αν είναι αρμόδιο, αν η αίτηση για εξαίρεση είναι παραδεκτή. Η απόφαση εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακουστούν αυτός που ζήτησε προφορικά την εξαίρεση και οι υπόλοιποι διάδικοι που παρευρίσκονται στο δικαστήριο.


7. Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 20 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, απαλείφεται η φράση «αφού ακούσει τον εισαγγελέα, τον αιτούντα και τους διαδίκους που καλούνται είκοσι τέσσερις ώρες πριν».

Προγενέστερο κείμενο

Αρμόδιο δικαστήριο

1. Μέσα σε δύο ημέρες από την κοινοποίηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρ. 19 παρ. 1 ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί, ή στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά ανακριτή ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται για το καθένα από τον κώδικα (άρθρ. 305, 306, 329 επ.), αφού ακούσει τον εισαγγελέα, τον αιτούντα και τους διαδίκους που καλούνται είκοσι τέσσερις ώρες πριν, αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση. Αυτός αναπληρώνεται σύμφωνα με το νόμο.

2. Αν η εξαίρεση αφορά μέλος του δικαστηρίου των συνέδρων που έχει βαθμό εφέτη ή αντιεισαγγελέα εφετών και άνω, αρμόδιο είναι το δικαστήριο των εφετών.

3. Αν το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν μπορεί να συγκροτηθεί νόμιμα, τότε για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει χωρίς καμιά χρονοτριβή σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 το αμέσως ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο ή συμβούλιο. Αν πρόκειται για δικαστήριο συνέδρων αποφασίζει το δικαστήριο των εφετών, και αν πρόκειται για εφετείο αποφασίζει το πλησιέστερο εφετείο (άρθρο 499).

(4. καταργήθηκε με το εδ. α' της παρ. 18 του άρ. 34 του ν. 2172/1993).

     Προτεινόμενο κείμενο

Αρμόδιο δικαστήριο

1. Μέσα σε δύο ημέρες από την κοινοποίηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρ. 19 παρ. 1 ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί, ή στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά ανακριτή ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται για το καθένα από τον κώδικα (άρθρ. 305, 306, 329 επ.), αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση. Αυτός αναπληρώνεται σύμφωνα με το νόμο.

2. Αν η εξαίρεση αφορά μέλος του δικαστηρίου των συνέδρων που έχει βαθμό εφέτη ή αντιεισαγγελέα εφετών και άνω, αρμόδιο είναι το δικαστήριο των εφετών.

3. Αν το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν μπορεί να συγκροτηθεί νόμιμα, τότε για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει χωρίς καμιά χρονοτριβή σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 το αμέσως ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο ή συμβούλιο. Αν πρόκειται για δικαστήριο συνέδρων αποφασίζει το δικαστήριο των εφετών, και αν πρόκειται για εφετείο αποφασίζει το πλησιέστερο εφετείο (άρθρο 499).

(4. καταργήθηκε με το εδ. α' της παρ. 18 του άρ. 34 του ν. 2172/1993).


Το προβλεπόμενο στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ αναπροσαρμόζεται σε πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

Προγενέστερο κείμενο

Το δικαστήριο εφετών δικάζει:

1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ". "Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235,236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα." «Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.»

2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το στρατιωτικό ποινικό κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων(150.000) ΕΥΡΩ".

3. Το ποσό των "επτακοσίων τριάντα (730) ΕΥΡΩ" που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. 790/70 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας" και το ν. 495/1976 "περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", αυξάνεται σε "εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ΕΥΡΩ". Το όριο αυτό των "εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ΕΥΡΩ" ισχύει είτε ο κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.

4. Τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

"5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187 και στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα."

6. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

«6(7). Τα πλημμελήματα των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.».

«7(8). Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 116 παράγραφος 1 και κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με το άρθρο 499.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Δικαστήριο εφετών

Το δικαστήριο εφετών δικάζει:

1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των " πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ ". "Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235,236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα." «Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.»

2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το στρατιωτικό ποινικό κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των "πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ"

3. Το ποσό των "επτακοσίων τριάντα (730) ΕΥΡΩ" που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. 790/70 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας" και το ν. 495/1976 "περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", αυξάνεται σε " πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ". Το όριο αυτό των " πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ" ισχύει είτε ο κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.

4. Τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

"5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187 και στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα."

6. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.

«6(7). Τα πλημμελήματα των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.».

«7(8). Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 116 παράγραφος 1 και κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με το άρθρο 499.».


2. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, προστίθενται εδάφια ως εξής

Προγενέστερο κείμενο

Εξέταση κατηγορουμένου

«1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητας του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριο του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας.»

β) Αν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και δεν αμφισβητεί την ταυτότητα που του αποδίδεται, όποιος ενεργεί την εξέταση καταχωρίζει στην έκθεση της απολογίας το γεγονός αυτό, καθώς και τα κατά τη δήλωση του κατηγορουμένου στοιχεία της ταυτότητάς του, αποστέλλοντας αμέσως απόσπασμα του μέρους αυτού της έκθεσης στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Ο εισαγγελέας ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων της ταυτότητας που δηλώθηκαν και ασκεί ποινική δίωξη, αν υπάρχει περίπτωση παράβασης του άρθρου 225 παρ. 2 του Π.Κ. ή των διατάξεων του ν.δ. 127/1969 ή του Ν. 1975/1991, όπως ισχύουν.

γ) Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. «Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί.» Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με τη σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 473. Στην τελευταία περίπτωση, η περί αναιρέσεως δήλωση του κατηγορουμένου ή αντίγραφα αυτής επισυνάπτεται στην οικεία δικογραφία, μερίμνη του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

«Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δηλώσει τα πιο πάνω στοιχεία, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Αν έχει διοριστεί αντίκλητος, οι επιδόσεις γίνονται μόνο σε αυτόν.»

δ) Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση ή την προανάκριση υπενθυμίζει στον κατηγορούμενο την υποχρέωσή του, κατά το προηγούμενο εδάφιο και τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης, μνημονεύοντας ρητά το γεγονός αυτό στην έκθεση της απολογίας. ε) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή, οι επιδόσεις που αναφέρονται στο εδ. γ' της παραγράφου αυτής, γίνονται μόνο στο συνήγορο που διορίσθηκε κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι, σε έναν από αυτούς. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει διορίσει συνήγορο, οφείλει στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου να διορίσει αντίκλητο έναν από τους δικηγόρους της έδρας του οικείου πλημμελειοδικείου, στον οποίο και μόνον γίνονται όλες οι παραπάνω επιδόσεις. Αν ο κατηγορούμενος παραλείψει το διορισμό αντικλήτου ή η επίδοση στον αντίκλητο είναι αδύνατη ή έπαυσε η ιδιότητά του ως αντικλήτου, οι επιδόσεις αυτές γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελειοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου ενεργείται ή έχει ενεργηθεί η ανάκριση ή η προανάκριση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του. Ο αντίκλητος δικηγόρος διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, εκτός αν δηλώσει στον προαναφερόμενο γραμματέα ότι έληξε η σχέση εντολής με τον κατηγορούμενο. Η διάταξη του εδαφίου δ' της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται αναλόγως και στο ακροατήριο. Την υπόμνηση οφείλει να κάνει ο διευθύνων τη συζήτηση και γίνεται σχετική μνεία στα πρακτικά.

2. Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας. Οι ερωτήσεις πρέπει να αναγράφονται ρητά στην έκθεση.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 223 παρ. 2, 3 και 5 και 225 εφαρμόζονται και για την εξέταση κατηγορουμένων.

     Προτεινόμενο κείμενο

Εξέταση κατηγορουμένου

«1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητας του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριο του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας.»

β) Αν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και δεν αμφισβητεί την ταυτότητα που του αποδίδεται, όποιος ενεργεί την εξέταση καταχωρίζει στην έκθεση της απολογίας το γεγονός αυτό, καθώς και τα κατά τη δήλωση του κατηγορουμένου στοιχεία της ταυτότητάς του, αποστέλλοντας αμέσως απόσπασμα του μέρους αυτού της έκθεσης στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Ο εισαγγελέας ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων της ταυτότητας που δηλώθηκαν και ασκεί ποινική δίωξη, αν υπάρχει περίπτωση παράβασης του άρθρου 225 παρ. 2 του Π.Κ. ή των διατάξεων του ν.δ. 127/1969 ή του Ν. 1975/1991, όπως ισχύουν.

γ) Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. «Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί.» Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με τη σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 473. Στην τελευταία περίπτωση, η περί αναιρέσεως δήλωση του κατηγορουμένου ή αντίγραφα αυτής επισυνάπτεται στην οικεία δικογραφία, μερίμνη του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

«Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δηλώσει τα πιο πάνω στοιχεία, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Αν έχει διοριστεί αντίκλητος, οι επιδόσεις γίνονται μόνο σε αυτόν.»

δ) Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση ή την προανάκριση υπενθυμίζει στον κατηγορούμενο την υποχρέωσή του, κατά το προηγούμενο εδάφιο και τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης, μνημονεύοντας ρητά το γεγονός αυτό στην έκθεση της απολογίας. ε) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή, οι επιδόσεις που αναφέρονται στο εδ. γ' της παραγράφου αυτής, γίνονται μόνο στο συνήγορο που διορίσθηκε κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι, σε έναν από αυτούς. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει διορίσει συνήγορο, οφείλει στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου να διορίσει αντίκλητο έναν από τους δικηγόρους της έδρας του οικείου πλημμελειοδικείου, στον οποίο και μόνον γίνονται όλες οι παραπάνω επιδόσεις. Αν ο κατηγορούμενος παραλείψει το διορισμό αντικλήτου ή η επίδοση στον αντίκλητο είναι αδύνατη ή έπαυσε η ιδιότητά του ως αντικλήτου, οι επιδόσεις αυτές γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελειοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου ενεργείται ή έχει ενεργηθεί η ανάκριση ή η προανάκριση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του. Ο αντίκλητος δικηγόρος διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, εκτός αν δηλώσει στον προαναφερόμενο γραμματέα ότι έληξε η σχέση εντολής με τον κατηγορούμενο. Η διάταξη του εδαφίου δ' της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται αναλόγως και στο ακροατήριο. Την υπόμνηση οφείλει να κάνει ο διευθύνων τη συζήτηση και γίνεται σχετική μνεία στα πρακτικά.

«Στην έκθεση  απολογίας αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθµός φορολογικού µητρώου (ΑΦΜ) και η αρµόδια ∆ΟΥ του κατηγορουµένου. Στην περίπτωση που αυτός δεν έχει ΑΦΜ, αναγράφονται υποχρεωτικά το επώνυµο και το όνοµα του πατέρα του, το πατρικό επώνυµο και το όνοµα της µητέρας του, η ηµεροµηνία και ο τόπος γέννησης στην Ελλάδα ή η χώρα γέννησης στο εξωτερικό».

2. Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας. Οι ερωτήσεις πρέπει να αναγράφονται ρητά στην έκθεση.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 223 παρ. 2, 3 και 5 και 225 εφαρμόζονται και για την εξέταση κατηγορουμένων.


3. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 322 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, προστίθενται εδάφια ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης

1. Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του τριμελούς πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος.* Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης, γι' αυτή την προσφυγή συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του, ο οποίος έχει υποχρέωση να το αναφέρει τηλεγραφικά στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών υποβάλλοντας ταυτόχρονα την έκθεση που συντάχθηκε.

2. Ο εισαγγελέας των εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα φτάσει σ' αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε, μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο εισαγγελέας εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 Παρ. 3, χωρίς να επιτρέπεται όμως νέα προσφυγή. Η διάταξη του εισαγγελέα εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε..* Αν από την επίδοση έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που χρειάζεται για την κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανισθεί σ' αυτήν για να δικασθεί χωρίς άλλη κλήτευση.

«3. Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης 6 του άρθρου 111 έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1.».* Η προσφυγή υποβάλλεται στα όργανα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο ή στο γραμματέα της εισαγγελίας εφετών. Το συμβούλιο εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του εισαγγελέα εφετών, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε ή την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση των οποίων το ίδιο συμβούλιο, αφού επανεισαχθεί σ' αυτό η υπόθεση από τον εισαγγελέα εφετών, ή απορρίπτει την προσφυγή ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Το συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον κατηγορούμενο. Αν από την επίδοση του βουλεύματος έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που ορίστηκε για κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση.

     Προτεινόμενο κείμενο

Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης

1. Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του τριμελούς πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος.* Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται εξαιτίας της απόστασης, γι' αυτή την προσφυγή συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του, ο οποίος έχει υποχρέωση να το αναφέρει τηλεγραφικά στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών υποβάλλοντας ταυτόχρονα την έκθεση που συντάχθηκε. «Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του ∆ηµοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονοµικών και ∆ικαιοσύνης, ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων. Σε περίπτωση µη κατάθεσης του παραβόλου η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών». 

2. Ο εισαγγελέας των εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα φτάσει σ' αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε, μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο εισαγγελέας εφετών ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 Παρ. 3, χωρίς να επιτρέπεται όμως νέα προσφυγή. Η διάταξη του εισαγγελέα εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε..* Αν από την επίδοση έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που χρειάζεται για την κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανισθεί σ' αυτήν για να δικασθεί χωρίς άλλη κλήτευση.

«3. Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης 6 του άρθρου 111 έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1.».* Η προσφυγή υποβάλλεται στα όργανα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο ή στο γραμματέα της εισαγγελίας εφετών. Το συμβούλιο εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του εισαγγελέα εφετών, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε ή την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση των οποίων το ίδιο συμβούλιο, αφού επανεισαχθεί σ' αυτό η υπόθεση από τον εισαγγελέα εφετών, ή απορρίπτει την προσφυγή ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Το συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον κατηγορούμενο. Αν από την επίδοση του βουλεύματος έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που ορίστηκε για κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση.


4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, τα εδάφια τέταρτο και πέµπτο αντικαθίστανται µε τα εξής εδάφια:

Προγενέστερο κείμενο

Προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου

1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει, από πίνακα που καταρτίζει κάθε χρόνο τον Ιανουάριο το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, υποχρεωτικά συνήγορο στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο. Ο συνήγορος διορίζεται τρεις ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση , αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα ή τον πρόεδρο. Ο συνήγορος που διορίζεται εξ επαγγέλματος έχει στη διάθεσή του αμέσως τη δικογραφία. «Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δικαστής ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορείται για πράξη, που αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα.» "Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο δύο ή τρεις συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας."

«2. Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια. Αν και μετά το γεγονός αυτό δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, που εκτελείται, αν είναι δυνατό, ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.»

«3. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί.»

«4. Ο αιτών την ακύρωση της διαδικασίας, την ακύρωση απόφασης, την αναστολή εκτέλεσης απόφασης λόγω ασκηθείσης εφέσεως ή αναιρέσεως και τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής μπορεί να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, διοριζόμενο κατά τους όρους της παραγράφου 2. Για το παραδεκτό των ως άνω αιτήσεων, δεν απαιτείται να υποβληθεί ο αιτών στην εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου

1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει, από πίνακα που καταρτίζει κάθε χρόνο τον Ιανουάριο το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, υποχρεωτικά συνήγορο στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο. Ο συνήγορος διορίζεται τρεις ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση , αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα ή τον πρόεδρο. «Αν ο κατηγορούµενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από τον διορισµένο συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει σε αυτόν άλλον συνήγορο από τον ίδιο πίνακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουµένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κακουργήµατος χωρίς διορισµό συνηγόρου. Ο κατηγορούµενος που κρατείται, υποχρεούται δέκα τουλάχιστον ηµέρες πριν τη συνεδρίαση να ειδοποιήσει, δια του διευθυντή του καταστήµατος κράτησης, τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο θα γίνει η δίκη για κακούργηµα ότι δεν έχει συνήγορο υπεράσπισης. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο κατηγορούµενος που δεν κρατείται. Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία. Οι διευθυντές των καταστηµάτων κράτησης  οφείλουν να γνωστοποιούν στους κρατούµενους αυτή την υποχρέωση». Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας."

«2. Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια. Αν και μετά το γεγονός αυτό δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, που εκτελείται, αν είναι δυνατό, ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.»

«3. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί.»

«4. Ο αιτών την ακύρωση της διαδικασίας, την ακύρωση απόφασης, την αναστολή εκτέλεσης απόφασης λόγω ασκηθείσης εφέσεως ή αναιρέσεως και τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής μπορεί να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, διοριζόμενο κατά τους όρους της παραγράφου 2. Για το παραδεκτό των ως άνω αιτήσεων, δεν απαιτείται να υποβληθεί ο αιτών στην εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.»


5. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας αντικαθίστανται ως εξής: 6. Στο άρθρο 349 του Κώδικα Ποινικής δικονοµίας προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αναβολή της δίκης

« 1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

3. Το δικαστήριο, πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένα ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή.

4. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους ως άνω λόγους και σύμφωνα με τους άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές.

5. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες.

6. Εάν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.

7. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους άνω περιορισμούς.».

     Προτεινόμενο κείμενο

Αναβολή της δίκης

 

« 1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

«3. Οι κατά τις ως άνω παραγράφους αναβολή γίνεται σε δικάσιµο στην οποία προεδρεύει ο ίδιος δικαστής που προήδρευε του δικαστηρίου που χορήγησε την αναβολή. Οι δικάσιµοι αυτοί είναι ιδιαίτερες και απαγορεύεται να προσδιορισθούν σε αυτές άλλες υποθέσεις. Οι διατάξεις των προηγούµενων εδαφίων δεν αναφέρονται στις µονοµελείς συνθέσεις των δικαστηρίων του πρώτου βαθµού. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ηµέρες, αιτιολογώντας εµπεριστατωµένα ότι δεν µπορεί ο λόγος της αναβολής να αντιµετωπισθεί µε διακοπή.

4. ∆εύτερη αναβολή µπορεί αν δοθεί για τους ίδιους ως άνω λόγους και σύµφωνα µε τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο µπορεί µόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δέκαπέντε το πολύ ηµέρες και µέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος κατανέµει τις µη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόµενες µετά διακοπή συνεδριάσεις».

5. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες.

6. Εάν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.

7. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους άνω περιορισμούς.».

«8. Εάν ο λόγος της αναβολής αναφανεί πριν από την δικάσιµο, ο διάδικος ή ο συνήγορός του υποχρεούται, µε ποινή το απαράδεκτο της προβολής του λόγου αυτού ενώπιον του επ’ ακροατηρίω συνεδριάζοντος δικαστηρίου, να γνωστοποιήσει αυτόν εγγράφως στον αρµόδιο εισαγγελέα, µαζί µε τα έγγραφα που τον αποδεικνύουν. Για την αναβολή αποφασίζει το δικαστήριο σε συµβούλιο,  αφού ακούσει τη γνώµη του εισαγγελέα χωρίς την παρουσία διαδίκων, προκειµένου δε για δίκη ενώπιον των µικτών ορκωτών δικαστηρίων το συµβούλιο των εφετών. Ο γραµµατέας της αρµόδιας εισαγγελίας ενηµερώνει τους µάρτυρες και τους νοµιµοποιηθέντες διαδίκους για τη νέα δικάσιµο».


7. Στο άρθρο 408 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, το υπάρχον κείµενο αριθµείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Για το μικτό ορκωτό εφετείο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 384 - 407, και όπου σ' αυτές αναφέρεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών, το τριμελές πλημμελειοδικείο, ο εισαγγελέας πρωτοδικών και ο γραμματέας της εισαγγελίας πρωτοδικών, εννοείται στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο εφετών (σε τριμελή σύνθεση), το τριμελές εφετείο, ο εισαγγελέας εφετών και ο γραμματέας της εισαγγελίας εφετών. Οπου στις ίδιες διατάξεις αναφέρονται οι τακτικοί δικαστές, οι ένορκοι, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, εννοούνται στην περίπτωση αυτή οι τακτικοί δικαστές, οι ένορκοι, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του μικτού ορκωτού εφετείου.

     Προτεινόμενο κείμενο

1. Για το μικτό ορκωτό εφετείο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 384 - 407, και όπου σ' αυτές αναφέρεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών, το τριμελές πλημμελειοδικείο, ο εισαγγελέας πρωτοδικών και ο γραμματέας της εισαγγελίας πρωτοδικών, εννοείται στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο εφετών (σε τριμελή σύνθεση), το τριμελές εφετείο, ο εισαγγελέας εφετών και ο γραμματέας της εισαγγελίας εφετών. Οπου στις ίδιες διατάξεις αναφέρονται οι τακτικοί δικαστές, οι ένορκοι, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, εννοούνται στην περίπτωση αυτή οι τακτικοί δικαστές, οι ένορκοι, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του μικτού ορκωτού εφετείου.

 «2. Σε περίπτωση που το µικτό ορκωτό δικαστήριο καταδικάσει τον κατηγορούµενο για πληµµέληµα, η έφεση του κατηγορουµένου κατά της απόφασης αυτής δικάζεται από το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο του µεικτού ορκωτού εφετείου πριν την συγκρότηση του τελευταίου».


8. Στο άρθρο 474 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εκθεση και λόγοι άσκησης του ένδικου μέσου

1. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων και κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.

Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Ο εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ένδικου μέσου και τηλεγραφικά, οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος. Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.

2. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο.

     Προτεινόμενο κείμενο

Εκθεση και λόγοι άσκησης του ένδικου μέσου

1. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων και κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.

Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Ο εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ένδικου μέσου και τηλεγραφικά, οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος. Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.

2. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο.

«3. Στην έκθεση  αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθµός φορολογικού µητρώου (ΑΦΜ) και η αρµόδια ∆ΟΥ του προσώπου που ασκεί το ένδικο µέσο. Στην περίπτωση που ο ασκών το ένδικο µέσο δεν έχει ΑΦΜ, αναγράφονται υποχρεωτικά το επώνυµο και το όνοµα του πατέρα του, το πατρικό επώνυµο και το όνοµα της µητέρας του, η ηµεροµηνία και ο τόπος γέννησης στην Ελλάδα ή η χώρα γέννησης στο εξωτερικό».


9. Η περίπτωση α΄, η πρώτη περίοδος της περίπτωσης β΄και η πρώτη περίοδος της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 489 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας αντικαθίστανται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

β) Από τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα

«1. Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση: α) κατά της απόφασης του πταισματοδικείου και του ειρηνοδικείου (άρθρο 116), αν με αυτήν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κράτηση περισσότερο από είκοσι ημέρες ή σε πρόστιμο πάνω από πεντακόσια ευρώ ή σε αποζημίωση ή σε χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πάνω από εκατό ευρώ συνολικά, β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ή αν επιδικάστηκε εναντίον του οποιαδήποτε αποζημίωση και ικανοποίηση πάνω από διακόσια πενήντα ευρώ συνολικά ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται τις στερήσεις και τις ανικανότητες που ορίζονται στην επόμενη περίπτωση (στοιχείο γ') ή ακόμα αν συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες ή συνεπάγεται τα ίδια αποτελέσματα, γ) κατά της απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου και της απόφασης του εφετείου για πλημμελήματα (άρθρα 111 παράγραφοι 6 και 116) αν με αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης πάνω από πέντε μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ ή σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ή έκπτωση από δημόσια δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία ή ανικανότητα διορισμού σε αυτήν ή σε ποινή που συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από πέντε μήνες ή που συνεπάγεται τις παραπάνω στερήσεις και ανικανότητες ή σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πάνω από πεντακόσια ευρώ συνολικά, δ) κατά της απόφασης του μονομελούς και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων, με την οποία καταδικάστηκε ο ανήλικος σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ή επιβλήθηκαν σε αυτόν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, ε) κατά της απόφασης του μονομελούς ή τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία ο ανήλικος που κατά την τέλεση της πράξης είχε συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του, καταδικάστηκε κατά το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας, στ) κατά της απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και του τριμελούς εφετείου με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα ή τουλάχιστον ενός έτους για πλημμέλημα.».

2. Στην περίπτωση του άρθρ. 38 του Ποινικού Κώδικα το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης ρυθμίζεται από το μέγεθος της ποινής που προσδιορίστηκε σύμφωνα με την τρίτη παράγραφό του.

3. Αν η στερητική της ελευθερίας ποινή μετατραπεί σε χρηματική, το δικαίωμα για άσκηση έφεσης εξαρτάται: α) από την ποινή φυλάκισης ή κράτησης που έχει μετατραπεί σε χρηματική ή β) από την χρηματική ποινή που την έχει αντικαταστήσει, αν εξαιτίας του ποσού της μπορεί η απόφαση να προσβληθεί με έφεση κατά την παρ. 1 εδ. α', β' και γ' αυτού του άρθρου.

     Προτεινόμενο κείμενο

β) Από τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα

«1. Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση: «α) κατά της απόφασης του πταισµατοδικείου και του ειρηνοδικείου (άρθρο 116), αν µε αυτήν ο κατηγορούµενος καταδικάστηκε σε κράτηση περισσότερο από σαράντα (40) ηµέρες ή σε πρόστιµο πάνω από χίλια (1000) ευρώ ή σε αποζηµίωση ή σε χρηµατική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πάνω από εκατό ευρώ συνολικά.

β) κατά της απόφασης του µονοµελούς πληµµελειοδικείου εάν µε αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούµενος σε φυλάκιση πάνω από τρεις (3) µήνες ή σε χρηµατική ποινή πάνω από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. 

γ) κατά της απόφασης του τριµελούς πληµµελειοδικείου και της απόφασης του εφετείου για πληµµελήµατα  (άρθρα 111 παρ.6 και 116) αν µε αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούµενος σε ποινή φυλάκισης πάνω από πεντε (5) µήνες ή σε χρηµατική ποινή πάνω από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ».

 

α) κατά της απόφασης του πταισματοδικείου και του ειρηνοδικείου (άρθρο 116), αν με αυτήν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κράτηση περισσότερο από είκοσι ημέρες ή σε πρόστιμο πάνω από πεντακόσια ευρώ ή σε αποζημίωση ή σε χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πάνω από εκατό ευρώ συνολικά, β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ή αν επιδικάστηκε εναντίον του οποιαδήποτε αποζημίωση και ικανοποίηση πάνω από διακόσια πενήντα ευρώ συνολικά ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται τις στερήσεις και τις ανικανότητες που ορίζονται στην επόμενη περίπτωση (στοιχείο γ') ή ακόμα αν συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες ή συνεπάγεται τα ίδια αποτελέσματα, γ) κατά της απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου και της απόφασης του εφετείου για πλημμελήματα (άρθρα 111 παράγραφοι 6 και 116) αν με αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης πάνω από πέντε μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια πεντακόσια ευρώ ή σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ή έκπτωση από δημόσια δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία ή ανικανότητα διορισμού σε αυτήν ή σε ποινή που συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από πέντε μήνες ή που συνεπάγεται τις παραπάνω στερήσεις και ανικανότητες ή σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγοντα πάνω από πεντακόσια ευρώ συνολικά, δ) κατά της απόφασης του μονομελούς και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων, με την οποία καταδικάστηκε ο ανήλικος σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ή επιβλήθηκαν σε αυτόν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, ε) κατά της απόφασης του μονομελούς ή τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία ο ανήλικος που κατά την τέλεση της πράξης είχε συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του, καταδικάστηκε κατά το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας, στ) κατά της απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και του τριμελούς εφετείου με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα ή τουλάχιστον ενός έτους για πλημμέλημα.».

2. Στην περίπτωση του άρθρ. 38 του Ποινικού Κώδικα το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης ρυθμίζεται από το μέγεθος της ποινής που προσδιορίστηκε σύμφωνα με την τρίτη παράγραφό του.

3. Αν η στερητική της ελευθερίας ποινή μετατραπεί σε χρηματική, το δικαίωμα για άσκηση έφεσης εξαρτάται: α) από την ποινή φυλάκισης ή κράτησης που έχει μετατραπεί σε χρηματική ή β) από την χρηματική ποινή που την έχει αντικαταστήσει, αν εξαιτίας του ποσού της μπορεί η απόφαση να προσβληθεί με έφεση κατά την παρ. 1 εδ. α', β' και γ' αυτού του άρθρου.

  • 5 Ιανουαρίου 2012 23:20:46
    Βερόνικα Καραβαγιοπούλου

    Αυτή η διάταξη καθιερώνει στην ουσία έναν βαθμό δικαιοδοσίας, ειδικά στα πταίσματα. Καθιστά απαγορευτική την άσκηση ενδίκου μέσου. Η εφέσιμη ποινή των 1000€ είναι δυσανάλογη προς τα περισσότερα από τα αδικήματα που δικάζουν τα πταισματοδικεία.


1.Το άρθρο 409 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας αντικαθίσταται, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Σύλληψη για πταίσμα

ΠΕΜΠΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ

1. ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΠ' ΑΥΤΟΦΩΡΩ

Σε περίπτωση αυτόφωρου πταίσματος επιτρέπεται η σύλληψη του δράστη από κάθε αστυνομικό όργανο που έσπευσε ή από ανακριτικό υπάλληλο μόνο για τη βεβαίωση της ταυτότητας του αυτουργού ή την άμεση εισαγωγή του σε δίκη, όποτε αυτή είναι δυνατή, σύμφωνα με τις διατάξεις που ακολουθούν.

     Προτεινόμενο κείμενο

Σύλληψη για πταίσμα

ΠΕΜΠΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ

1. ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΠ' ΑΥΤΟΦΩΡΩ

«Σε περίπτωση αυτόφωρου πταίσµατος επιτρέπεται η σύλληψη του δράστη από κάθε αστυνοµικό όργανο που έσπευσε ή από ανακριτικό υπάλληλο για την άµεση εισαγωγή του σε δίκη όποτε αυτή είναι δυνατή σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του επόµενου άρθρου ή για τη βεβαίωση της ταυτότητάς του σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του επόµενου άρθρου».


2. Ο τίτλος και το άρθρο 410 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας αντικαθίστανται, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Βεβαίωση της ταυτότητας ή άμεση εισαγωγή σε δίκη

 Αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 409, εκείνος που έχει συλληφθεί είτε προσάγεται χωρίς καμιά αναβολή κατευθείαν στο πλησιέστερο αστυνομικό κατάστημα, όπου εξετάζεται αμέσως, οπότε και συντάσσεται έκθεση από τον ίδιο που τον συνέλαβε ή από κάθε άλλο αστυνομικό υπάλληλο και αμέσως κατόπιν, μόλις βεβαιωθεί η ταυτότητά του, αφήνεται ελεύθερος, είτε οδηγείται αμέσως στο δημόσιο κατήγορο, αν υπάρχει πταισματοδικείο στον ίδιο τόπο και συνεδριάζει εκείνη την ώρα ή μπορεί να συνεδριάσει αμέσως, και προσκομίζονται εκεί οι σχετικές αποδείξεις, οπότε εισάγεται αμέσως σε δίκη σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις.

     Προτεινόμενο κείμενο

«Άρθρο 410.- ΑΜΕΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕ ΔΙΚΗ Ή ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ.

1. Αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 409, εκείνος που έχει συλληφθεί οδηγείται αµέσως στο δηµόσιο κατήγορο και στο πταισµατοδικείο του τόπου όπου συνελήφθη, αν υπάρχει πταισµατοδικείο που συνεδριάζει εκείνη την ώρα ή µπορεί να συνεδριάσει αµέσως, και εισάγεται αµέσως σε δίκη και εκεί  προσκοµίζονται και οι σχετικές αποδείξεις. 

2. Αν δεν υπάρχει στον τόπο όπου συνελήφθη πταισµατοδικείο ή αυτό δεν µπορεί να συνεδριάσει αµέσως, προσάγεται χωρίς αναβολή στο πλησιέστερο αστυνοµικό κατάστηµα, όπου εξετάζεται αµέσως και συντάσσεται έκθεση, από τον ίδιο που τον συνέλαβε ή άλλο αστυνοµικό υπάλληλο, και αφού βεβαιωθεί η ταυτότητά του αφήνεται ελεύθερος».


Το άρθρο 551 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας αντικαθίσταται, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Εκτέλεση περισσότερων αποφάσεων για διαφορετικά εγκλήματα

1. Αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή. Αν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από διαφορετικά δικαστήρια, αρμόδιο για να καθορίσει τη συνολική ποινή που πρέπει να εκτιθεί είναι το δικαστήριο που επέβαλε τη βαρύτερη ποινή ή, αν πρόκειται για ομοειδείς ποινές, το δικαστήριο που επέβαλε την ποινή που έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια.* Σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο που εξέδωσε τη νεότερη απόφαση. Αν ένα από τα δικαστήρια που επέβαλε τις ποινές είναι το μικτό ορκωτό δικαστήριο, αρμόδιο είναι το τριμελές εφετείο, και αν είναι μικτό ορκωτό εφετείο, αρμόδιο είναι το πενταμελές εφετείο. Αν μία από τις ποινές επιβλήθηκε από στρατιωτικό ή άλλο έκτακτο δικαστήριο, αρμόδιο είναι το δικαστήριο των εφετών της περιφέρειάς του.

2. Αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή, για τον καθορισμό της κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμοδιότητας, λαμβάνεται υπόψη και η απόφαση που έχει καθορίσει τη συνολική ποινή.

3. Εκείνος που καταδικάστηκε κλητεύεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 161 και την προθεσμία του άρθρου 166 στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά την παρ. 1 αυτού του άρθρου.* Αν κρατείται μακριά από την έδρα του δικαστηρίου, δεν προσάγεται σ' αυτό, μπορεί όμως να αντιπροσωπευθεί με συνήγορο, που διορίζεται και με απλή επιστολή, την οποία πρέπει να έχει θεωρήσει ο διευθυντής της φυλακής, ή και να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα. Το δικαστήριο αποφαίνεται, αφού ακούσει τον καταδικασμένο ή το συνήγορό του, αν είναι παρόντες, καθώς και τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο. Κατά της απόφασης επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα.

     Προτεινόμενο κείμενο

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ∆ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. 1. Αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αµετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήµατα που συρρέουν, εφαρµόζονται οι ορισµοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή. Αν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από διαφορετικά δικαστήρια, αρµόδιος για να καθορίσει τη συνολική ποινή που πρέπει να εκτιθεί είναι ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που επέβαλε τη βαρύτερη ποινή, ή, αν πρόκειται για οµοειδείς ποινές, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που επέβαλε την  ποινή µε τη µεγαλύτερη διάρκεια. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που εξέδωσε τη νεότερη απόφαση.

2. Αν το δικαστήριο που επέβαλε τις ποινές είναι το µικτό ορκωτό δικαστήριο ή το µικτό ορκωτό εφετείο,  ή αν µία από τις ποινές επιβλήθηκε από στρατιωτικό ή άλλο έκτακτο δικαστήριο, αρµόδιος είναι ο εισαγγελέας εφετών της περιφέρειας του δικαστηρίου.

3. Αν µεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αµετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισµό της νέας συνολικής ποινής λαµβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν µε τις άλλες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή, για τον καθορισµό της κατά την προηγούµενη παράγραφο αρµοδιότητας, λαµβάνεται υπόψη και η απόφαση που έχει καθορίσει συνολική ποινή.

4. Η αίτηση για καθορισµό συνολικής ποινής υποβάλλεται στον κατά τις άνω παραγράφους αρµόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως ή από συνήγορο που έχει ειδική εντολή γι’ αυτό. Αν εκείνος που καταδικάστηκε κρατείται δεν προσάγεται στον εισαγγελέα, µπορεί όµως να αντιπροσωπευθεί µε συνήγορο, που διορίζεται µε απλή επιστολή, την οποία πρέπει να έχει θεωρήσει ο διευθυντής του καταστήµατος κράτησης.

5. Κατά της πράξης του εισαγγελέα µε την οποία καθορίζεται, κατά τις προηγούµενες παραγράφους, συνολική ποινή επιτρέπεται προσφυγή από τον αιτούντα καταδικασµένο στο κατά τις άνω παραγράφους αρµόδιο δικαστήριο, µέσα σε αποκλειστική προθεσµία δέκα (10) ηµερών, από την µε οποιοδήποτε τρόπο κοινοποίηση της πράξης σε αυτόν. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από το γραµµατέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόµενη πράξη και εισάγεται αµέσως  στο δικαστήριο. Κατά της απόφασης αυτού επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασµένο και τον εισαγγελέα».


Αναπροσαρµογή ποσών

1. Το προβλεπόµενο στις διατάξεις: α) της παραγράφου  2  του άρθρου τρίτου του ν. 2803/2000 (A΄48),  β) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου  2 του άρθρου τέταρτου του ν. 2803/2000 (Α΄48), γ) της παραγράφου 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 2656/1998  (Α΄ 265),  δ) της παραγράφου 2 του άρθρου πέµπτου του ν. 3560/2007 (Α΄ 103),  ε) του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), ποσό των εβδοµήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ αναπροσαρµόζεται στο ποσό  των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.


1. Τιµωρείται µε κράτηση µέχρι τριών µηνών ή µε πρόστιµο µέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ :

α) Η παράβαση των άρθρων 25 του ν. 2224/1994, 17 του ν. 2639/1998, 72 του ν. 3850/2010 και 1 του α.ν. 501/1937, καθώς και όλων των βασιλικών ή προεδρικών διαταγµάτων και των υπουργικών αποφάσεων που ερείδονται ως προς την ποινική κύρωση στις ανωτέρω διατάξεις. 

β) Η παράβαση του άρθρου 42 παρ. 7 του ν. 1892/1990.

γ) Η παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 3526/2007.

δ) Η παράβαση του άρθρου 10 του ν. 2946/2001.

ε) Η παράβαση των άρθρων 9 και 10 του ν. 392/1976.

στ΄) Η παράβαση του άρθρου 19 του α.ν. 412/1936.

ζ) Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 17 του α.ν. 431/1937, 11 του α.ν. 1108/1938 και 25 του ν. δ. 3430/1955.

η) Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 22 του π.δ. 778/1980, 117 του π.δ. 1073/1981 και 9 του ν. 1396/1983.

θ) Η παράβαση του άρθρου 10 του ν. 2853/1922.

ι) Η παράβαση του άρθρου 3 του α.ν. 439/1945.

ια) Η παράβαση του άρθρου 3 παρ. 2-1του ν.δ. 608/1948.

2. Αυξάνεται στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ το προβλεπόµενο από τις διατάξεις των άρθρων 268 του ν.δ. 86/1969, 37, 38 και 39 του ν. 3585/2007 όριο, µέχρι του οποίου τα αντίστοιχα αδικήµατα τιµωρούνται σε βαθµό πταίσµατος.


2. Η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 48 παρ. 4 του ν. 3772/2009 (Α΄112), αντικαθίσταται, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

«1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος.»

2. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων. Οι κυρώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

«3. Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά προσώπων υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου όπου απαιτείται. Στις αεροπορικές εταιρίες που παραβαίνουν τις παραπάνω υποχρεώσεις επιβάλλεται, με απόφαση αερολιμενάρχη, χρηματικό πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Στις ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Σε περίπτωση υποτροπής εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, τα ανωτέρω πρόστιμα μπορεί να προσαυξάνονται στο διπλάσιο και πάντως όχι πέραν του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου.»

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, καθώς και ταξιδιωτικά γραφεία και οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ευθύνονται εις ολόκληρον για τις δαπάνες διαβίωσης και τα έξοδα επαναπροώθησης των ανωτέρω προσώπων στο εξωτερικό. Την ίδια ευθύνη έχουν και όσοι εγγυήθηκαν τον επαναπατρισμό υπηκόου τρίτης χώρας, αν παραβιάσθηκαν όροι εισόδου ή διαμονής του στη Χώρα. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).

5. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 ή οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ή οι αντιπρόσωποι αυτών στην Ελλάδα υποχρεούνται αμέσως μετά την άφιξη του μεταφορικού μέσου να παραδίδουν στις υπηρεσίες του αστυνομικού ελέγχου διαβατηρίων δελτία άφιξης ή καταστάσεις των επιβατών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, τους οποίους μεταφέρουν και προορίζουν για την Ελλάδα και αντίστροφα. Την ίδια υποχρέωση έχουν κατά την άφιξη αεροπλάνων μη τακτικών πτήσεων από τρίτες χώρες. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται τα στοιχεία των ανωτέρω δελτίων ή καταστάσεων.

6. Οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, καθώς και της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.

«7. Οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 87 και του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ..

8. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της κατά της καταδικαστικής απόφασης για παραβάσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του προηγούμενου άρθρου, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

9. Για την εκδίκαση των κακουργημάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, καθώς και στο άρθρο 87, αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α'), όπως ισχύει.

10. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς της στον ιδιοκτήτη, κατά τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 Κ.Π.Δ., δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.

11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Υποχρεώσεις μεταφορέων – Κυρώσεις

«1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού µέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους µεταφορικού µέσου που µεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωµα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σηµεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους µέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη µεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυµα για απόκρυψη τιµωρούνται:

α. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηµατική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε µεταφερόµενο πρόσωπο.

β. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηµατική ποινή τουλάχιστον τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε µεταφερόµενο πρόσωπο, αν η µεταφορά ενεργείται κατ’ επάγγελµα ή αν ο υπαίτιος είναι δηµόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας.

γ. Με κάθειρξη και χρηµατική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

δ. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηµατική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ΄ επήλθε θάνατος.».   

2. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων. Οι κυρώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

«3. Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά προσώπων υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου όπου απαιτείται. Στις αεροπορικές εταιρίες που παραβαίνουν τις παραπάνω υποχρεώσεις επιβάλλεται, με απόφαση αερολιμενάρχη, χρηματικό πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Στις ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Σε περίπτωση υποτροπής εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, τα ανωτέρω πρόστιμα μπορεί να προσαυξάνονται στο διπλάσιο και πάντως όχι πέραν του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου.»

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, καθώς και ταξιδιωτικά γραφεία και οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ευθύνονται εις ολόκληρον για τις δαπάνες διαβίωσης και τα έξοδα επαναπροώθησης των ανωτέρω προσώπων στο εξωτερικό. Την ίδια ευθύνη έχουν και όσοι εγγυήθηκαν τον επαναπατρισμό υπηκόου τρίτης χώρας, αν παραβιάσθηκαν όροι εισόδου ή διαμονής του στη Χώρα. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).

5. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 ή οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ή οι αντιπρόσωποι αυτών στην Ελλάδα υποχρεούνται αμέσως μετά την άφιξη του μεταφορικού μέσου να παραδίδουν στις υπηρεσίες του αστυνομικού ελέγχου διαβατηρίων δελτία άφιξης ή καταστάσεις των επιβατών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, τους οποίους μεταφέρουν και προορίζουν για την Ελλάδα και αντίστροφα. Την ίδια υποχρέωση έχουν κατά την άφιξη αεροπλάνων μη τακτικών πτήσεων από τρίτες χώρες. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται τα στοιχεία των ανωτέρω δελτίων ή καταστάσεων.

6. Οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, καθώς και της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.

«7. Οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 87 και του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ..

8. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της κατά της καταδικαστικής απόφασης για παραβάσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του προηγούμενου άρθρου, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

9. Για την εκδίκαση των κακουργημάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, καθώς και στο άρθρο 87, αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α'), όπως ισχύει.

10. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς της στον ιδιοκτήτη, κατά τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 Κ.Π.Δ., δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.

11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.»


3. Στο ν. 3386/2005 (Α΄ 212), µετά το άρθρο 88, προστίθεται άρθρο µε αριθµό «88 Α» ως εξής:

∆ΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ.  1. Αν ο δράστης των πληµµεληµάτων που προβλέπονται στα άρθρα 87 και 88 έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, ακολουθείται υποχρεωτικά  η διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 418 και επόµενα του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας. 

2. Ο εισαγγελέας υποχρεούται να εισαγάγει την υπόθεση αµέσως χωρίς έγγραφη  προδικασία στο ακροατήριο του αρµοδίου δικαστηρίου και απαγορεύεται η απ’ αυτόν διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή ο προσδιορισµός της υπόθεσης σε ρητή δικάσιµο.    

3. Σε περίπτωση που ο κατηγορούµενος ασκεί το δικαίωµα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 423 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, το δικαστήριο διατηρεί την κράτηση αυτού.

4. Η συζήτηση της υπόθεσης ολοκληρώνεται σε µία µόνο δικάσιµο και δεν επιτρέπεται η αναβολή της συζήτησης  για οποιοδήποτε λόγο, ούτε  η παραποµπή της υπόθεσης  στην τακτική διαδικασία (άρθρο 424 Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας). 

5. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που επιβάλλεται από το δικαστήριο για τις πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 και του άρθρου 88 του παρόντος νόµου, δεν µετατρέπεται σε χρηµατική ποινή σε καµία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο, ούτε τυγχάνουν εφαρµογής οι διατάξεις των άρθρων 99 έως 104 του Ποινικού Κώδικα. 

6. Οι διατάξεις του άρθρου 253 Α του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, εφαρµόζονται αναλόγως και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 87 και 88 του παρόντος νόµου».


5. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 83, καθώς και στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Χώρα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ - ΚΥΡΩΣΕΙΣ

1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αν αυτός που επιχειρεί να αναχωρήσει λαθραίως καταζητείται από τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές ή υπέχει φορολογικές ή πάσης φύσεως άλλες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή είναι υπότροπος.«Οι κυρώσεις της παρούσας επιβάλλονται και στους πολίτες των κρατών μελών της Ε.Ε.»

2. Αν ο υπήκοος τρίτης χώρας εισέλθει στο ελληνικό έδαφος ή εξέλθει από αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, στον οποίο αναφέρει σχετικώς χωρίς καθυστέρηση, «μπορεί, αν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 59 παρ. 4 του Κ.Π.Δ., να απόσχει από την ποινική δίωξη για την πράξη αυτήν»,*** οπότε γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή του αυτή στον διοικητή της αστυνομικής υπηρεσίας ή λιμενικής αρχής που διαπίστωσε την παράνομη είσοδο ή έξοδο, προκειμένου αυτός, με απόφασή του, να επαναπροωθήσει τον υπήκοο τρίτης χώρας αμέσως στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής του. Η έγκριση του εισαγγελέα εφετών μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Αν δεν καταστεί δυνατή η άμεση επαναπροώθηση του υπηκόου τρίτης χώρας, ο διοικητής της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής, αφού συντάξει σχετική έκθεση, παραπέμπει τον υπήκοο τρίτης χώρας στην αρμόδια διοικητική αρχή για απέλαση, σύμφωνα με το άρθρο 76 του νόμου αυτού. Η αρχή αυτή, αν η απέλαση δεν πραγματοποιηθεί μέσα σε τρεις μήνες, γνωστοποιεί τούτο στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή του για αποχή από την ποινική δίωξη, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από την ημέρα της παράνομης εισόδου στη Χώρα του υπηκόου τρίτης χώρας.

Άρθρο 87 Ν. 3386/2005

Υποχρεώσεις λοιπών ιδιωτών και υπαλλήλων Kυρώσεις

 

1. Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις ή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.

2. Οι διευθυντές ξενοδοχείων και παραθεριστικών κέντρων οφείλουν να ενημερώνουν την αστυνομική υπηρεσία και την αρμόδια Υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης για την άφιξη και την αναχώρηση υπηκόων τρίτων χωρών που φιλοξενούν.

3. Στα πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Τα πρόστιμα της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται επίσης στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις. «Στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 73 του παρόντος, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής.»

«5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.»

«6. Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλαση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ.»

7. Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια, επίσης, ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.

«8. Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Χώρα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ - ΚΥΡΩΣΕΙΣ

1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αν αυτός που επιχειρεί να αναχωρήσει λαθραίως καταζητείται από τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές ή υπέχει φορολογικές ή πάσης φύσεως άλλες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή είναι υπότροπος.«Οι κυρώσεις της παρούσας επιβάλλονται και στους πολίτες των κρατών μελών της Ε.Ε.» «Για τους δράστες των άνω πράξεων, εφόσον κινείται κατ’ αυτών η κατά το άρθρο 76 διαδικασία διοικητικής απέλασης, δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 417 και επόµενα του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, εκτός αν ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών, ειδοποιούµενος σχετικά από τις αστυνοµικές ή λιµενικές αρχές, κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι εφαρµογής της».  

2. Αν ο υπήκοος τρίτης χώρας εισέλθει στο ελληνικό έδαφος ή εξέλθει από αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, στον οποίο αναφέρει σχετικώς χωρίς καθυστέρηση, «μπορεί, αν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 59 παρ. 4 του Κ.Π.Δ., να απόσχει από την ποινική δίωξη για την πράξη αυτήν»,*** οπότε γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή του αυτή στον διοικητή της αστυνομικής υπηρεσίας ή λιμενικής αρχής που διαπίστωσε την παράνομη είσοδο ή έξοδο, προκειμένου αυτός, με απόφασή του, να επαναπροωθήσει τον υπήκοο τρίτης χώρας αμέσως στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής του. Η έγκριση του εισαγγελέα εφετών μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Αν δεν καταστεί δυνατή η άμεση επαναπροώθηση του υπηκόου τρίτης χώρας, ο διοικητής της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής, αφού συντάξει σχετική έκθεση, παραπέμπει τον υπήκοο τρίτης χώρας στην αρμόδια διοικητική αρχή για απέλαση, σύμφωνα με το άρθρο 76 του νόμου αυτού. Η αρχή αυτή, αν η απέλαση δεν πραγματοποιηθεί μέσα σε τρεις μήνες, γνωστοποιεί τούτο στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή του για αποχή από την ποινική δίωξη, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από την ημέρα της παράνομης εισόδου στη Χώρα του υπηκόου τρίτης χώρας.

Άρθρο 87 Ν. 3386/2005

Υποχρεώσεις λοιπών ιδιωτών και υπαλλήλων Kυρώσεις

 

1. Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις ή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.

2. Οι διευθυντές ξενοδοχείων και παραθεριστικών κέντρων οφείλουν να ενημερώνουν την αστυνομική υπηρεσία και την αρμόδια Υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης για την άφιξη και την αναχώρηση υπηκόων τρίτων χωρών που φιλοξενούν.

3. Στα πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Τα πρόστιμα της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται επίσης στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις. «Στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 73 του παρόντος, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής.»

«5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.»

«6. Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλαση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ.»

7. Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια, επίσης, ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο. «Για τους δράστες των άνω πράξεων, εφόσον κινείται κατ’ αυτών η κατά το άρθρο 76 διαδικασία διοικητικής απέλασης, δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 417 και επόµενα του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, εκτός αν ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών, ειδοποιούµενος σχετικά από τις αστυνοµικές ή λιµενικές αρχές, κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι εφαρµογής της».

«8. Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.»

 «Για τους δράστες των άνω πράξεων, εφόσον κινείται κατ’ αυτών η κατά το άρθρο 76 διαδικασία διοικητικής απέλασης, δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 417 και επόµενα του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, εκτός αν ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών, ειδοποιούµενος σχετικά από τις αστυνοµικές ή λιµενικές αρχές, κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι εφαρµογής της».  


1. Η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 5 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 48 παρ. 3 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), αντικαθίσταται, ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Υποχρεώσεις λοιπών ιδιωτών και υπαλλήλων Kυρώσεις

1. Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις ή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.

2. Οι διευθυντές ξενοδοχείων και παραθεριστικών κέντρων οφείλουν να ενημερώνουν την αστυνομική υπηρεσία και την αρμόδια Υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης για την άφιξη και την αναχώρηση υπηκόων τρίτων χωρών που φιλοξενούν.

3. Στα πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Τα πρόστιμα της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται επίσης στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις. «Στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 73 του παρόντος, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής.»

«5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.»

«6. Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλαση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ.»

7. Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια, επίσης, ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.

«8. Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Υποχρεώσεις λοιπών ιδιωτών και υπαλλήλων Kυρώσεις

 

1. Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις ή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.

2. Οι διευθυντές ξενοδοχείων και παραθεριστικών κέντρων οφείλουν να ενημερώνουν την αστυνομική υπηρεσία και την αρμόδια Υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης για την άφιξη και την αναχώρηση υπηκόων τρίτων χωρών που φιλοξενούν.

3. Στα πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Τα πρόστιμα της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται επίσης στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις. «Στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 73 του παρόντος, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής.»

«5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας,  χωρίς να έχει υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται από το άρθρο 5, τιµωρείται  µε φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και  χρηµατική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε διευκολυνθέν πρόσωπο. Αν ο δράστης ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ’ επάγγελµα ή κατά συνήθεια ή αν το έγκληµα τελέστηκε από δύο ή περισσότερους επιβάλλεται φυλάκιση  τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηµατική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων  (20.000) ευρώ για κάθε πρόσωπο του οποίου διευκολύνεται η παράνοµη είσοδος ή έξοδος από τη χώρα».

«6. Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλαση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ.»

7. Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια, επίσης, ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.

«8. Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.»


1.H παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Στο άρθρο 1 του ν. 3900/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ' ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής.

2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του.

     Προτεινόμενο κείμενο

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

«1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθηµα ή µέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού  διοικητικού δικαστηρίου µπορεί να εισαχθεί στο Συµβούλιο της Επικρατείας µε πράξη τριµελούςεπιτροπής, αποτελούµενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρµόδιου καθ’ ύλην Τµήµατος, ύστερα από αίτηµα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν µε αυτό τίθεται ζήτηµα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα αιτήµατα των διαδίκων συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατίθεται σε ειδικό λογαριασµό υπέρ του ΤΑΧ∆ΙΚ και αποδίδεται στο Συµβούλιο της Επικρατείας ως πρόσθετο ποσό στην επιχορήγηση του άρθρου 64 του παρόντος νόµου. 

Η πράξη της Επιτροπής δηµοσιεύεται σε δύο ηµερήσιες εφηµερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεµών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτηµα. Η αναστολή δεν καταλαµβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Μετά την επίλυση του ζητήµατος, το Συµβούλιο της Επικρατείας µπορεί να παραπέµψει το ένδικο µέσο ή βοήθηµα στο αρµόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συµβουλίου της Επικρατείας δεσµεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαµβάνονται και οι παρεµβάντες.

Στη δίκη ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας µπορεί να παρέµβει κάθε διάδικος σε εκκρεµή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτηµα, και να προβάλει τους ισχυρισµούς του σχετικά µε το ζήτηµα αυτό. Για την εν λόγω παρέµβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε µη άσκησή της δεν δηµιουργεί δικαίωµα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής».

2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του.

«3. Μετά τη δηµοσίευση της απόφασης του Συµβουλίου της Επικρατείας, σύµφωνα µε τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, παύει η αναστολή εκδίκασης των εκκρεµών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτηµα και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκδικάζουν τα εκκρεµή ένδικα µέσα και βοηθήµατα. Η ως άνω απόφαση του Συµβουλίου της Επικρατείας δηµοσιεύεται στην ιστοσελίδα του δικαστηρίου και σε περίληψη σε δύο ηµερήσιες εφηµερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας.

Οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στις εν λόγω δίκες µπορεί, εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών από την τελευταία δηµοσίευση της απόφασης του Συµβουλίου της Επικρατείας στις ανωτέρω εφηµερίδες, να ζητήσει µε αίτησή του τη συζήτησή τους στο ακροατήριο, αναφέροντας συνοπτικά τους λόγους.  Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο κρίνει ότι ζητήθηκε καταχρηστικώς  η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, µπορεί να επιβάλει δικαστική δαπάνη σε βάρος του διαδίκου που υπέβαλε την αίτηση έως και πενταπλάσια της εκάστοτε οριζοµένης. Ειδικά στην περίπτωση κατά την οποία αίτηση για συζήτηση στο ακροατήριο υποβάλει διάδικος, του οποίου το ένδικο βοήθηµα ή µέσο θα µπορούσε να γίνει δεκτό σε συµβούλιο, δεν επιδικάζεται υπέρ αυτού δικαστική δαπάνη. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσµίας υποθέσεις που εκκρεµούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί αίτηση να συζητηθούν στο ακροατήριο, µπορεί να εισαχθούν σε διαδικασία σε συµβούλιο. 

Οι διάδικοι στις εν λόγω δίκες µπορούν να ζητήσουν την εισαγωγή του ενδίκου βοηθήµατος ή µέσου στο ακροατήριο, µετά την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου σε συµβούλιο, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 126Α του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας, µόνο σε περίπτωση που επικαλεστούν ότι δεν εξετάστηκαν αυτοτελείς λόγοι, οι οποίοι δεν αφορούν το επιλυθέν ζήτηµα.

Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 126Α του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας.


2. Το προβλεπόµενο στη διάταξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου τέταρτου του ν. 2803/2000 (Α΄48) ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ αναπροσαρµόζεται στο ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ.

Προγενέστερο κείμενο

Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

1. Οποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους. τιμωρείται με φυλάκιση.

2. Αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των

     Προτεινόμενο κείμενο

Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

1. Οποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους. τιμωρείται με φυλάκιση.
2. Αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη.


3. Το προβλεπόµενο στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 (Α΄301) ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ αναπροσαρµόζεται στο ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ.

Προγενέστερο κείμενο

"1. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρ. 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "50.000.000" δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως ιδιάζοντος επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". "Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρ. 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου".

2. Με τας εν τη προηγουμένη παραγράφω ποινάς, ηλαττωμένας κατά το εν άρθρ. 83 του Κώδικος μέτρον, τιμωρούνται και οι ένοχοι των εν άρθρ. 231, 232 και 394 πράξεων, εφ' όσον αύτοι διαπράττονται εν σχέσει προς αδικήματα περί ων η προηγουμένη παράγραφος.

"3. Τα αδικήματα που προβλέπονται από το παρόν άρθρο εκδικάζονται από το κατά το άρθρ. 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα Δικαστήρια Εφετών".

4. Αι διατάξεις των άρθρ. 105 και 106 του Κώδικος Ποιν. Δικονομίας εφαρμόζονται και επί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου.

     Προτεινόμενο κείμενο

"1. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρ. 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ», επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως ιδιάζοντος επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". "Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρ. 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου".

2. Με τας εν τη προηγουμένη παραγράφω ποινάς, ηλαττωμένας κατά το εν άρθρ. 83 του Κώδικος μέτρον, τιμωρούνται και οι ένοχοι των εν άρθρ. 231, 232 και 394 πράξεων, εφ' όσον αύτοι διαπράττονται εν σχέσει προς αδικήματα περί ων η προηγουμένη παράγραφος.

"3. Τα αδικήματα που προβλέπονται από το παρόν άρθρο εκδικάζονται από το κατά το άρθρ. 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα Δικαστήρια Εφετών".

4. Αι διατάξεις των άρθρ. 105 και 106 του Κώδικος Ποιν. Δικονομίας εφαρμόζονται και επί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου.


Ρύθµιση για τους νόµους 2960/2001 και 4002/2011 και τροποποίηση του π.δ. 106/2007 και της Υγειονοµικής διάταξης Α5/3010/1985

1. Αρµόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των κακουργηµάτων που προβλέπονται: α) στο ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄265) και β) στο άρθρο 52 του ν.  4002/2011 (Α΄180) είναι το µονοµελές εφετείο.


2. Στο τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 21 του π.δ. 106/2007 (Α 135) η φράση «στον Υπουργό Δικαιοσύνης, κατ εφαρµογή των άρθρων 74 παρ. 3 και 99 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα» αντικαθίσταται

Προγενέστερο κείμενο

Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας δημόσιας υγείας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Ή ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ

(Άρθρα 27, 29, 32 και 15 παρ. 1 και 3 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση σκοπών γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής.

2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά το μέτρο πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.

3. Για κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 23 και 24 του παρόντος. Δεν μπορεί να επιβληθεί απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει το προηγούμενο εδάφιο.

4. Για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, οι αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, κατά τη χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής για τους πολίτες της Ένωσης καθώς και για τα μέλη των οικογενειών τους που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης ή οι αρμόδιες Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας κατά τη χορήγηση δελτίου διαμονής για τα μέλη οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, μπορούν να ζητούν, εφόσον κριθεί απαραίτητο, πληροφορίες για το ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου, από το κράτος μέλος καταγωγής και, ενδεχομένως, από άλλα κράτη μέλη. Η έρευνα αυτή δεν μπορεί να έχει συστηματικό χαρακτήρα. Ανάλογα αιτήματα κρατών μελών της ΄Ενωσης ικανοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εντός διμήνου.

5. Αν πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειας του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, στον οποίο οι αρμόδιες ελληνικές αστυνομικές αρχές έχουν εκδώσει διαβατήριο ή δελτίο ταυτότητας, έχει απελαθεί από άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, κατά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει της Οδηγίας 2004/38/ ΕΚ, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, οι ελληνικές αρχές υποχρεούνται να δεχθούν την επανείσοδό του στη Χώρα, χωρίς διατυπώσεις, ανεξαρτήτως εάν η ισχύς του ανωτέρω εγγράφου έχει λήξει ή εάν αμφισβητείται η ιθαγένεια του κατόχου.

6. Πρόσωπα εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση απαγόρευσης εισόδου στην Ελλάδα, για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση, για την άρση της απαγόρευσης εισόδου, μετά από εύλογη, κατά τις περιστάσεις, προθεσμία, εν πάση περιπτώσει δε, μετά την πάροδο τριετίας από την έκδοση της οριστικής απόφασης απαγόρευσης εισόδου, επικαλούμενα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την επιβολή απαγόρευσης. Για την αίτηση αυτή αποφαίνεται, εντός έξι μηνών από την υποβολή της, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Εάν λόγω της απόφασης απαγόρευσης εισόδου είχε γίνει σχετική εγγραφή στον Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών και η παραπάνω αίτηση γίνει δεκτή, διατάσσεται η διαγραφή από τον Κατάλογο. Σε περίπτωση που η απόφαση εγγραφής στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθυμήτων Αλλοδαπών, επιβλήθηκε κατά την κείμενη νομοθεσία κατόπιν δικαστικής αποφάσεως απέλασης, η ως άνω αίτηση υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 74 παρ. 3 και 99 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα, μετά την πάροδο 3 ετών από την απέλαση και, σε περίπτωση που γίνει δεκτή, εφαρμόζεται το άρθρο 3 παρ. 2 περίπτωση (γ) της Κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης 4000/4/32-ιβ΄/4.9.2006 «Καθορισμός των κριτηρίων και της διαδικασίας για την εγγραφή και διαγραφή αλλοδαπών από τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών».

7. Τα αναφερόμενα στην παρ. 6 του παρόντος άρθρου πρόσωπα δεν έχουν κανένα δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική επικράτεια όσο εξετάζεται η αίτησή τους.

8. Οι μόνες ασθένειες που μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση εισόδου ή διαμονής ή άλλο μέτρο περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας, για λόγους δημόσιας υγείας, είναι οι ασθένειες που εγκλείουν κίνδυνο επιδημίας όπως ορίζονται στις οικείες πράξεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και άλλες λοιμώδεις, μεταδοτικές ή παρασιτικές ασθένειες, εφόσον επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, εφαρμοστέων στους ημεδαπούς.

9. Οι αρμόδιες για χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου διαμονής των πολιτών της Ένωσης, που θεμελιώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος δικαίωμα διαμονής ή, αντίστοιχα, για την περίπτωση των υπηκόων τρίτων χωρών, οι Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας μπορούν, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το καθιστούν αναγκαίο, να ζητήσουν από τον ενδιαφερόμενο να υποβληθεί, εντός τριών μηνών από την είσο-δό του στην Ελληνική επικράτεια, σε δωρεάν ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχει από καμία από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος. Αυτές οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπορούν να έχουν συστηματικό χαρακτήρα.

10. Οι ασθένειες που επέρχονται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την άφιξη στην Ελλάδα του πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, δεν δικαιολογούν τη λήψη εις βάρος του μέτρου απέλασης.

     Προτεινόμενο κείμενο

Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας δημόσιας υγείας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Ή ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ

(Άρθρα 27, 29, 32 και 15 παρ. 1 και 3 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση σκοπών γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής.

2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά το μέτρο πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.

3. Για κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 23 και 24 του παρόντος. Δεν μπορεί να επιβληθεί απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει το προηγούμενο εδάφιο.

4. Για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, οι αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, κατά τη χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής για τους πολίτες της Ένωσης καθώς και για τα μέλη των οικογενειών τους που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης ή οι αρμόδιες Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας κατά τη χορήγηση δελτίου διαμονής για τα μέλη οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, μπορούν να ζητούν, εφόσον κριθεί απαραίτητο, πληροφορίες για το ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου, από το κράτος μέλος καταγωγής και, ενδεχομένως, από άλλα κράτη μέλη. Η έρευνα αυτή δεν μπορεί να έχει συστηματικό χαρακτήρα. Ανάλογα αιτήματα κρατών μελών της ΄Ενωσης ικανοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εντός διμήνου.

5. Αν πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειας του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, στον οποίο οι αρμόδιες ελληνικές αστυνομικές αρχές έχουν εκδώσει διαβατήριο ή δελτίο ταυτότητας, έχει απελαθεί από άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, κατά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει της Οδηγίας 2004/38/ ΕΚ, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, οι ελληνικές αρχές υποχρεούνται να δεχθούν την επανείσοδό του στη Χώρα, χωρίς διατυπώσεις, ανεξαρτήτως εάν η ισχύς του ανωτέρω εγγράφου έχει λήξει ή εάν αμφισβητείται η ιθαγένεια του κατόχου.

6. Πρόσωπα εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση απαγόρευσης εισόδου στην Ελλάδα, για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση, για την άρση της απαγόρευσης εισόδου, μετά από εύλογη, κατά τις περιστάσεις, προθεσμία, εν πάση περιπτώσει δε, μετά την πάροδο τριετίας από την έκδοση της οριστικής απόφασης απαγόρευσης εισόδου, επικαλούμενα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την επιβολή απαγόρευσης. Για την αίτηση αυτή αποφαίνεται, εντός έξι μηνών από την υποβολή της, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Εάν λόγω της απόφασης απαγόρευσης εισόδου είχε γίνει σχετική εγγραφή στον Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών και η παραπάνω αίτηση γίνει δεκτή, διατάσσεται η διαγραφή από τον Κατάλογο. Σε περίπτωση που η απόφαση εγγραφής στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθυμήτων Αλλοδαπών, επιβλήθηκε κατά την κείμενη νομοθεσία κατόπιν δικαστικής αποφάσεως απέλασης, η ως άνω αίτηση υποβάλλεται «στο συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, κατ’ εφαρµογή του άρθρου 74 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα», μετά την πάροδο 3 ετών από την απέλαση και, σε περίπτωση που γίνει δεκτή, εφαρμόζεται το άρθρο 3 παρ. 2 περίπτωση (γ) της Κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης 4000/4/32-ιβ΄/4.9.2006 «Καθορισμός των κριτηρίων και της διαδικασίας για την εγγραφή και διαγραφή αλλοδαπών από τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών».

7. Τα αναφερόμενα στην παρ. 6 του παρόντος άρθρου πρόσωπα δεν έχουν κανένα δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική επικράτεια όσο εξετάζεται η αίτησή τους.

8. Οι μόνες ασθένειες που μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση εισόδου ή διαμονής ή άλλο μέτρο περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας, για λόγους δημόσιας υγείας, είναι οι ασθένειες που εγκλείουν κίνδυνο επιδημίας όπως ορίζονται στις οικείες πράξεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και άλλες λοιμώδεις, μεταδοτικές ή παρασιτικές ασθένειες, εφόσον επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, εφαρμοστέων στους ημεδαπούς.

9. Οι αρμόδιες για χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου διαμονής των πολιτών της Ένωσης, που θεμελιώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος δικαίωμα διαμονής ή, αντίστοιχα, για την περίπτωση των υπηκόων τρίτων χωρών, οι Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Περιφέρειας μπορούν, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το καθιστούν αναγκαίο, να ζητήσουν από τον ενδιαφερόμενο να υποβληθεί, εντός τριών μηνών από την είσο-δό του στην Ελληνική επικράτεια, σε δωρεάν ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχει από καμία από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος. Αυτές οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπορούν να έχουν συστηματικό χαρακτήρα.

10. Οι ασθένειες που επέρχονται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την άφιξη στην Ελλάδα του πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, δεν δικαιολογούν τη λήψη εις βάρος του μέτρου απέλασης.


Διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρµογή του ν. 3894/2010 Το άρθρο 23 του ν. 3894/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αρμοδιότητα δικαστηρίων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

Στο πλαίσιο του παρόντος νόμου εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3886/2010 (ΦΕΚ 173 Α').

     Προτεινόμενο κείμενο

 Αρμοδιότητα δικαστηρίων

 «1. ∆ιαφορές αρµοδιότητας του Συµβουλίου της Επικρατείας που ανακύπτουν κατά την εφαρµογή του  παρόντος όπως εκάστοτε ισχύει, υπάγονται στην αποκλειστική αρµοδιότητα σχηµατισµού, στον οποίο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας ή ο νόµιµος αναπληρωτής του. Ο σχηµατισµός αυτός αποτελείται από δύο (2) αντιπρόεδρους, δέκα (10)  σύµβουλους και δύο (2) παρέδρους, οι οποίοι ορίζονται από την Ολοµέλεια εν συµβουλίω στην αρχή του δικαστικού έτους, για θητεία δύο ετών που µπορεί να ανανεώνεται. Κατά τον ορισµό των συµβούλων και των παρέδρων λαµβάνεται µέριµνα ώστε αυτοί να προέρχονται από όλα τα τµήµατα. Η Ολοµέλεια ορίζει ένα (1) αντιπρόεδρο, έξι (6) συµβούλους και δύο (2) παρέδρους, που υπηρετούν επίσης σε διαφορετικά τµήµατα, ως αναπληρωµατικούς. Καθήκοντα εισηγητή µπορεί να ανατίθενται και σε πάρεδρο. Οι σχετικές αποφάσεις εκδίδονται σε σύντοµο, κατά το δυνατό, χρονικό διάστηµα µετά τη συζήτηση των υποθέσεων.

2. Οι αιτήσεις αναστολής εκδικάζονται από τριµελή σύνθεση αποτελούµενη από µέλη του κατά την προηγούµενη παράγραφο σχηµατισµού, στην οποία προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας ή ο νόµιµος αναπληρωτής του. 

3. ∆ιαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συµβάσεων στο πλαίσιο του παρόντος νόµου εκδικάζονται από τον κατά τα ανωτέρω ειδικό σχηµατισµό, κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3886/2010 (Α’ 173).»


Αποδοχή αποφάσεων από τη διάδικο αρχή

«Με απόφαση του Προέδρου του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους που εκδίδεται ύστερα από σύµφωνη γνώµη της Ολοµέλειάς του και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως µέσα σε τρεις (3) µήνες από την έναρξη ισχύος του νόµου αυτού, ορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος αποδοχής των αποφάσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 126Α του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας από τη διάδικο Αρχή, εφόσον η νοµική της υπηρεσία διεξάγεται από το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους».


Πράξεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων

Οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκδικάζονται ως διαφορές ουσίας από τα κατά τόπον αρµόδια διοικητικά πρωτοδικεία. Ως προς την προθεσµία άσκησης προσφυγής κατά των πράξεων αυτών, την προσωρινή δικαστική προστασία, την άσκηση ένδικων µέσων και κάθε θέµα που αφορά τη διαδικασία άσκησης και εκδίκασης της προσφυγής και έκδοσης της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου εφαρµόζονται οι διατάξεις του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας. 

2. Η προηγούµενη παράγραφος δεν έχει εφαρµογή: α) στις κυρώσεις πειθαρχικού χαρακτήρα, όπως είναι, ιδίως, εκείνες που επιβάλλονται στο προσωπικό των δικαστηρίων, εισαγγελιών και έµµισθων υποθηκοφυλακείων και κτηµατολογικών γραφείων, στους υπαλλήλους της Βουλής, στο κάθε κατηγορίας προσωπικό του ∆ηµοσίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νοµικών προσώπων δηµόσιου δικαίου, στα µονοπρόσωπα όργανα και στα µέλη συλλογικών οργάνων διοίκησης των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, στους θρησκευτικούς λειτουργούς της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών γνωστών θρησκειών και δογµάτων, καθώς και σε µέλη επαγγελµατικών ενώσεων µε χαρακτήρα νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου, όπως οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρµακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδος, το Οικονοµικό Επιµελητήριο Ελλάδος, το Επιµελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η ένωση Ελλήνων Χηµικών, β) στις διαφορές των περιπτώσεων η΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), γ) στις διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής κυρώσεων, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές.

3. Οι πράξεις επιβολής κυρώσεων της περίπτωσης γ΄ της προηγούµενης παραγράφου προσβάλλονται µε προσφυγή ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας.  Με πράξη τριµελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από Πρόεδρο του ∆ικαστηρίου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τµήµατος και δύο Συµβούλους του ίδιου Τµήµατος, δύναται να παραπέµπονται οι κατά την παρούσα παράγραφο προσφυγές στο κατά τόπον αρµόδιο ∆ιοικητικό Εφετείο.

4. Η προσφυγή για τις πράξεις της παραγράφου 3 ασκείται εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών που αρχίζει από την εποµένη της κοινοποίησης της προσβαλλόµενης πράξης ή από τότε που ο προσφεύγων έλαβε πλήρη γνώση της πράξης.  Η προθεσµία των εξήντα ηµερών παρεκτείνεται για τριάντα ηµέρες για τους προσφεύγοντες που διαµένουν στην αλλοδαπή.

5. Η προθεσµία για την άσκηση της προσφυγής κατά των πράξεων της παραγράφου 3 και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόµενης πράξης. Κατά της πράξης αυτής χωρεί αίτηση αναστολής σύµφωνα µε το άρθρο 52 του π. δ/τος 18/1989. 

6. Το Συµβούλιο της Επικρατείας ή το ∆ιοικητικό Εφετείο, στο οποίο παραπέµπεται η υπόθεση κατά την παράγραφο 3, δικάζει την προσφυγή κατά νόµο και κατ’ ουσίαν και είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν µέρει και ακυρώνει ολικώς ή µερικώς την πράξη ή την τροποποιεί είτε απορρίπτει την προσφυγή.

7. Στη δίκη της προσφυγής που ασκείται κατά την παράγραφο 3 εφαρµόζεται το άρθρο 43 του π. δ/τος 18/1989. Ως προς την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου, τον ορισµό εισηγητή,  την καταβολή παραβόλου, τον ορισµό αντικλήτου και πληρεξουσίου, την υποβολή δικογράφου πρόσθετων λόγων και υποµνήµατος, την άσκηση παρέµβασης και τριτανακοπής, την υποβολή παραίτησης, την κατάργηση και συνέχιση της δίκης και τη δικαστική δαπάνη έχουν ανάλογη εφαρµογή οι διατάξεις του προεδρικού αυτού διατάγµατος που αφορούν την ακυρωτική διαδικασία.

8. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαµβάνουν τις εκκρεµείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου υποθέσεις


Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ. 18/1989 προστίθενται εδάφια ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Κατάθεση δικογράφου

(άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977, 2 παρ. 1 ν.1470/1984)
1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά ου παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης.
2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια.
Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο καιο καταθέτης.
3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη.
4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου.
5.Η έφεση ασκείται διά καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα.
6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσεται στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης.
"7. Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραίωσης (εισερχομένων εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως".

     Προτεινόμενο κείμενο

Κατάθεση δικογράφου

(άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977, 2 παρ. 1 ν.1470/1984)
1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά ου παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης.
2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια.
Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο καιο καταθέτης. «Σε περίπτωση κατά την οποία το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η  ηλεκτρονική του διεύθυνση. Στο δικόγραφο περιέχεται συνοπτική έκθεση των τιθέµενων νοµικών ζητηµάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις 200 λέξεις. Εάν ελλείπει η έκθεση, δεν ορίζεται δικάσιµος µέχρις ότου συµπληρωθεί το δικόγραφο. Η υποχρέωση αυτή δεν αφορά την αίτηση αναστολής και την αίτηση ασφαλιστικών µέτρων».
3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη.
4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου.
5.Η έφεση ασκείται διά καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα.
6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσεται στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης.
"7. Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραίωσης (εισερχομένων εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως".




Καθεστώς αλλοδαπών

Προγενέστερο κείμενο

 «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.

    2. Για την εκδίκαση των διαφορών της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977.
    Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977.

    3. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν:
    α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (ΦΕΚ 201 Α') και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (ΦΕΚ 125 Α'),
    β) την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας.
    Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977.

    4. Η παράγραφος 1 δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν την άρνηση χορήγησης σε αλλοδαπό άδειας ασκήσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανέωσης ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ' εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζομένης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας.»

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.

«2. Αρµόδιο κατά τόπο για την εκδίκαση των διαφορών της προηγούµενης παραγράφου είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόµενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν είτε απόρριψη αιτήµατος χορήγησης ή ανανέωσης ή ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαµονής και εργασίας είτε απόφαση επιστροφής που  ενσωµατώνεται   σε πράξη   απόρριψης του αιτήµατος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαµονής καθώς και σε απόφαση  ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαµονής, αρµόδιο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρµόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης, στην οποία τηρείται ο διοικητικός φάκελος του αλλοδαπού, δηλαδή το ανά Νοµό Τµήµα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Κατά τα λοιπά, για την εκδίκαση των διαφορών της προηγούµενης παραγράφου, εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων  2 έως  και 4 του ν. 702 / 1977 ( ΦΕΚ Α’ 112).

Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, εφαρµοζοµένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977».

3. Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν: α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (ΦΕΚ 201 Α') και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (ΦΕΚ 125 Α'), β) την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας.

Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977.

4. Η παράγραφος 1 δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν την άρνηση χορήγησης σε αλλοδαπό άδειας ασκήσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανέωσης ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ' εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζομένης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας.»


1.Στο άρθρο 19 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Κατάθεση δικογράφου


(άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977, 2 παρ. 1 ν.1470/1984)
1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά ου παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης.
2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια.
Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο καιο καταθέτης.
3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη.
4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου.
5.Η έφεση ασκείται διά καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα.
6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσεται στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης.
"7. Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραίωσης (εισερχομένων εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως".

     Προτεινόμενο κείμενο

Κατάθεση δικογράφου


(άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977, 2 παρ. 1 ν.1470/1984)
1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά ου παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης.
2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια.
Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο καιο καταθέτης. «Σε περίπτωση κατά την οποία το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η  ηλεκτρονική του διεύθυνση. Στο δικόγραφο περιέχεται συνοπτική έκθεση των τιθέµενων νοµικών ζητηµάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις 200 λέξεις. Εάν ελλείπει η έκθεση, δεν ορίζεται δικάσιµος µέχρις ότου συµπληρωθεί το δικόγραφο. Η υποχρέωση αυτή δεν αφορά την αίτηση αναστολής και την αίτηση ασφαλιστικών µέτρων».
3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη.
4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου.
5.Η έφεση ασκείται διά καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα.
6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσεται στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης.
"7. Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραίωσης (εισερχομένων εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως".

«8. Το ένδικο µέσο ή βοήθηµα µπορεί να υποβάλεται και µε ηλεκτρονικά µέσα, εφόσον φέρει προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του π.δ. 150/2001 (Α΄ 125). Το ένδικο µέσο ή βοήθηµα που έχει υποβληθεί µε ηλεκτρονικά µέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης».


2. Στο άρθρο 21 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Κοινοποίηση δικογράφου
(άρθρα 21 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 ν.δ. 170/1973, 20 παρ. 1, ν.702/1977, 4 παρ. 1, ν.1470/1984)
1. Με εντολή του Προέδρου κοινοποιούνται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους, αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και αντίγραφο της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενοι άρθρο. Η κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Ο Πρόεδρος έχει δικαίωμα να κάνει σύντημηση της προθεσμίας σε περίπτωση κατεπείγοντος.
2. α)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης διοικητικής αρχής, η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο, είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν.
β)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Κοινοποιείται επίσης στον υπουργό που το εποπτεύει, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, είτε υπέρ είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. γ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η οποία εγκρίθηκε με πράξη του οργάνου που ασκεί εποπτεία, η κοινοποιήση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο και προς τον αρμόδιο κατά το εδάφιο α' υπουργό. Κύριοι διάδικοι καθίστανται και οι δύο. δ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποιήση γίνεται προς τον υπουργό στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το συμβούλιο αυτό καθώς και προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος που άσκησε την αίτηση. «ε. Σε περίπτωση εφέσεως, η κοινοποίηση προς τον εφεσίβλητο ιδιώτη γίνεται είτε προς τον ίδιο τον εφεσίβλητο είτε προς τον αντίκλητό του είτε προς τον δικηγόρο, ο οποίος υπέγραψε την αίτηση ακυρώσεως ή παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου. Στην τελευταία περίπτωση, ο δικηγόρος θεωρείται ως αντίκλητος του εφεσιβλήτου και για τις επιδόσεις μεταγενεστέρων της οριστικής αποφάσεως εγγράφων, εκτός εάν ο τελευταίος γνωστοποίησε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την κατάθεση της εφέσεως, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος υποχρεούνται να παραδώσουν αμελλητί τα έγγραφα στον εφεσίβλητο.»
3. α)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. β)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποιήση γίνεται προς τον υπάλληλο.
γ)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. Αν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου δ' της προηγούμενης παραγράφου, η κοινοποίηση γίνεται και προς τον υπουργό.
δ)Αντίγραφο της πράξης του προέδρου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κοινοποιείται προς τον κατά τα προηγούμενα εδάφια προσφεύγοντα δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
"4. Οταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχηματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρεσείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέδρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε κατά το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής. Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για ; εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσείων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως ι απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη δυσχέρεια της κοινοποίησης, μπορεί, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναβάλει περαιτέρω τη συζήτηση της υπόθεσης".
«Επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδίδεται επί των εκλογικών διαφορών των άρθρων 244 έως 272 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι προβλεπόμενες κοινοποιήσεις γίνονται από μεν τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες, από δε τον αναιρεσείοντα τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.»
5. Αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να γίνει νέα συζήτηση της
υπόθεσης ή περαιτέρω συζήτησή της, η πράξη του Προέδρου ή η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος, κοινοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Κοινοποιείται επίσης προς εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο και προς εκείνον που τυχόν έχει ασκήσει παρέμβαση. «Όταν η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται λόγω εκτάκτων περιστατικών, οι κοινοποιήσεις δεν επαναλαμβάνονται.»
6. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτούς οι διατάξεις του παρόντος άρθρου για τις κοινοποιήσεις.

     Προτεινόμενο κείμενο

Κοινοποίηση δικογράφου
(άρθρα 21 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 ν.δ. 170/1973, 20 παρ. 1, ν.702/1977, 4 παρ. 1, ν.1470/1984)
1. Με εντολή του Προέδρου κοινοποιούνται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους, αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και αντίγραφο της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενοι άρθρο. Η κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Ο Πρόεδρος έχει δικαίωμα να κάνει σύντημηση της προθεσμίας σε περίπτωση κατεπείγοντος.
2. α)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης διοικητικής αρχής, η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο, είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν.
β)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Κοινοποιείται επίσης στον υπουργό που το εποπτεύει, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, είτε υπέρ είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. γ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η οποία εγκρίθηκε με πράξη του οργάνου που ασκεί εποπτεία, η κοινοποιήση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο και προς τον αρμόδιο κατά το εδάφιο α' υπουργό. Κύριοι διάδικοι καθίστανται και οι δύο. δ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποιήση γίνεται προς τον υπουργό στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το συμβούλιο αυτό καθώς και προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος που άσκησε την αίτηση. «ε. Σε περίπτωση εφέσεως, η κοινοποίηση προς τον εφεσίβλητο ιδιώτη γίνεται είτε προς τον ίδιο τον εφεσίβλητο είτε προς τον αντίκλητό του είτε προς τον δικηγόρο, ο οποίος υπέγραψε την αίτηση ακυρώσεως ή παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου. Στην τελευταία περίπτωση, ο δικηγόρος θεωρείται ως αντίκλητος του εφεσιβλήτου και για τις επιδόσεις μεταγενεστέρων της οριστικής αποφάσεως εγγράφων, εκτός εάν ο τελευταίος γνωστοποίησε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την κατάθεση της εφέσεως, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος υποχρεούνται να παραδώσουν αμελλητί τα έγγραφα στον εφεσίβλητο.»
3. α)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. β)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποιήση γίνεται προς τον υπάλληλο.
γ)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. Αν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου δ' της προηγούμενης παραγράφου, η κοινοποίηση γίνεται και προς τον υπουργό.
δ)Αντίγραφο της πράξης του προέδρου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κοινοποιείται προς τον κατά τα προηγούμενα εδάφια προσφεύγοντα δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
"4. Οταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχηματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρεσείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέδρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε κατά το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής. Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για ; εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσείων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως ι απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη δυσχέρεια της κοινοποίησης, μπορεί, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναβάλει περαιτέρω τη συζήτηση της υπόθεσης".
«Επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδίδεται επί των εκλογικών διαφορών των άρθρων 244 έως 272 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι προβλεπόμενες κοινοποιήσεις γίνονται από μεν τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες, από δε τον αναιρεσείοντα τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.»
5. Αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να γίνει νέα συζήτηση της
υπόθεσης ή περαιτέρω συζήτησή της, η πράξη του Προέδρου ή η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος, κοινοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Κοινοποιείται επίσης προς εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο και προς εκείνον που τυχόν έχει ασκήσει παρέμβαση. «Όταν η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται λόγω εκτάκτων περιστατικών, οι κοινοποιήσεις δεν επαναλαμβάνονται.»
6. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτούς οι διατάξεις του παρόντος άρθρου για τις κοινοποιήσεις.
«7. Οι προβλεπόµενες από τις ανωτέρω παραγράφους επιδόσεις του δικαστηρίου προς τους διαδίκους µπορεί να γίνονται και µε ηλεκτρονικά µέσα, εφόσον το δικόγραφο και η πράξη του Προέδρου περί ορισµού δικασίµου και εισηγητή φέρουν προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του π.δ. 150/2001 (Α΄ 125). Το δικόγραφο και η πράξη του Προέδρου που έχουν επιδοθεί µε ηλεκτρονικά µέσα θεωρείται ότι επιδόθηκαν, εφόσον επιστραφεί στο δικαστήριο από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη, που φέρει προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και ισχύει ως έκθεση επίδοσης».  


3. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 34 του π.δ. 18/1989 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απόφαση.

(άρθρα 34 παρ. 1, 3, 4, 6, ν.δ. 170/1973, 23 παρ. 2 ν.702/1977, 2 παρ. 5 ν.1470/1984)
Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ολομελείας και Τμημάτων, λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν των μελών του, μετά από διάσκεψη.
2.Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες.
3.Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώσουν ίσο αριθμό ψήφων, καθορίζεται με ψηφοφορία ο αποκλεισμός της μιας από αυτές και εκείνοι που την ακολούθησαν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία.
4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και κάθε φορά που η Ολομέλεια ή τα Τμήματα αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν εν συμβουλίω.
5.Οι κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεις του Συμβουλίου κοινοποιούνται σε αντίγραφο στη διάδικο διοικητική αρχή με επιμέλεια της Γραμματείας.
6.Τα ουσιώδη περιστατικά της συζήτησης στο ακροατήριο καταχωρίζονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, εκτός αν, κατά την κρίση του προεδρεύοντος, συντρέχει λόγος να συνταχθεί ιδιαίτερο πρακτικό συζήτησης.
Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο αν διατυπωθεί μειοψηφία. Στη γνώμη της μειοψηφίας που καταχωρίζεται στην απόφαση μνημονεύεται και η γνώμη των Παρέδρων.
7.Η δημοσίευση των αποφάσεων της Ολομελείας και των Τμημάτων μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε νόμιμη σύνθεση ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικαστών που έχουν συμμετάσχει στην έκδοση της απόφασης, της τυχόν προαγωγή, αποχώρηση ή θάνατο ενός από αυτούς, χωρίς, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, να ανασυζητείται η υπόθεση.
Η σύνθεση και η χρονολογία δημοσίευσης των αποφάσεων αναγράφονται στο βιβλίο δημοσίευσης των αποφάσεων. Από το βιβλίο αυτό η Γραμματεία εκδίδει πιστοποιητικό της δημοσίευσης, αν ζητηθεί.

     Προτεινόμενο κείμενο

Απόφαση.

(άρθρα 34 παρ. 1, 3, 4, 6, ν.δ. 170/1973, 23 παρ. 2 ν.702/1977, 2 παρ. 5 ν.1470/1984)
Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ολομελείας και Τμημάτων, λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν των μελών του, μετά από διάσκεψη.
2.Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες.
3.Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώσουν ίσο αριθμό ψήφων, καθορίζεται με ψηφοφορία ο αποκλεισμός της μιας από αυτές και εκείνοι που την ακολούθησαν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία.
4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και κάθε φορά που η Ολομέλεια ή τα Τμήματα αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν εν συμβουλίω.
5.Οι κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεις του Συμβουλίου κοινοποιούνται σε αντίγραφο στη διάδικο διοικητική αρχή με επιμέλεια της Γραμματείας. «Η κοινοποίηση µπορεί να γίνει και µε ηλεκτρονικά µέσα σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παρ. 7 του άρθρου 21 του παρόντος.».
6.Τα ουσιώδη περιστατικά της συζήτησης στο ακροατήριο καταχωρίζονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, εκτός αν, κατά την κρίση του προεδρεύοντος, συντρέχει λόγος να συνταχθεί ιδιαίτερο πρακτικό συζήτησης.
Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο αν διατυπωθεί μειοψηφία. Στη γνώμη της μειοψηφίας που καταχωρίζεται στην απόφαση μνημονεύεται και η γνώμη των Παρέδρων.
7.Η δημοσίευση των αποφάσεων της Ολομελείας και των Τμημάτων μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε νόμιμη σύνθεση ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικαστών που έχουν συμμετάσχει στην έκδοση της απόφασης, της τυχόν προαγωγή, αποχώρηση ή θάνατο ενός από αυτούς, χωρίς, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, να ανασυζητείται η υπόθεση.
Η σύνθεση και η χρονολογία δημοσίευσης των αποφάσεων αναγράφονται στο βιβλίο δημοσίευσης των αποφάσεων. Από το βιβλίο αυτό η Γραμματεία εκδίδει πιστοποιητικό της δημοσίευσης, αν ζητηθεί.


Στο Στο άρθρο 24 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Συνέπειες μη αποστολής φακέλου


(Άρθρο 24 ν.δ. 170/1973)
1. Η παράλειψη της έγκαιρης αποστολής προς το Συμβούλιο των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται από τα προηγούμενα άρθρα καθώς και της έκθεσης, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμοδίων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων.
2. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση που εκδίδετα κοινοποιείται αμελλητί και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου.

     Προτεινόμενο κείμενο

Συνέπειες μη αποστολής φακέλου


(Άρθρο 24 ν.δ. 170/1973)
1. Η παράλειψη της έγκαιρης αποστολής προς το Συμβούλιο των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται από τα προηγούμενα άρθρα καθώς και της έκθεσης, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμοδίων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων.
2. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση που εκδίδετα κοινοποιείται αμελλητί και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου.

3. «Σε περίπτωση κατά την οποία αναβληθεί η υπόθεση µία φορά λόγω µη αποστολής των στοιχείων του φακέλου από τη ∆ιοίκηση, το ∆ικαστήριο µπορεί να προχωρήσει στην εκδίκασή της, συνάγοντας τεκµήριο οµολογίας για την πραγµατική βάση των ισχυρισµών του αιτούντος».

  • 11 Ιανουαρίου 2012 22:45:23
    Σέργιος Μαναράκης

    Γιατί απλώς να ... "μπορεί"; Θα έπρεπε να υποχρεούται το δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης συνάγοντας το τεκμήριο ομολογίας. Δηλαδή η "ομολογία" θα κρίνεται στην πράξη από τον βαθμό επιείκιας του εκάστοτε δικαστή;


Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 22 του π.δ/τος 774/1980, όπως αντικαταστάθηκαν µε την παράγραφο 9 του άρθρου 9 του ν. 1160/1981 (ΦΕΚ Α΄ 147) αντικαθίστανται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1.[ʼρθρον 10 παρ. 1 Ν. 968/79]

Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, των απολογισμών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και των ειδικών λογαριασμών, περί ών η παρ. 2 του άρθρ. 15 του π.δ. 774/1980, ασκείται από 1ης Ιαν. 1980 παρά του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος.

2.[ʼρθρον 10 παρ. 2 Ν.968/97]

Του κατά τα ανωτέρω ελέγχου του Κλιμακίου εξαιρούνται εκ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως οι απολογισμοί των κοινοτήτων και εκ των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι απολογισμοί εκείνων τα οποία εδρεύουν εις την Περιφέρειαν της Νομαρχίας Θεσ/νίκης και τας περιφερείας των λοιπών Νομαρχιών του Κράτους, εφ'όσον ταύτα κέκτηνται προϋπολογιστικήν και απολογιστικήν αυτοτέλειαν, η δε καθ' ύλην αρμοδιότης αυτών, περιορίζεται εντός των ορίων του οικείου Νομού. Ο έλεγχος των ανωτέρω απολογισμών, ασκείται από 1ης Ιαν. 1980 υπό των παρά τω ΥΠουργείω Βορείου Ελλάδος και τη Νομαρχία Θεσ/νίκης Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Επιτρόπων αυτού εις τας έδρας των λοιπων Νομαρχιών.

Τυχόν προκύπτουσαι αμφισβητήσεις εκ του ως άνω καθορισμού των αρμοδιοτήτων, επιλύονται εκάστοτε δι'αποφάσεων της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εν τη ασκήσει του κατά τ'ανωτέρω ελέγχου παρά των Παρέδρων και Επιτρόπων, περιέχονται εις αυτούς αι αρμοδιότητες των διευθύνσεων και του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά των εκδιδομένων δε παρ'αυτών πράξεων, ασκούνται τα υπό του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα κατά των πράξεων του Κλιμακίου.

1160/1981, ΦΕΚ Α' 147>.

3.[ʼρθρον 24 Ν.Δ. 4/6/7/23, ʼρθρον 8 Ν.5212/31, ʼρθρον 9 παρ. 2 Ν.Δ.

1265/72,(ʼρθρον 24 Δ. Κωδ. 1954)]

Κατά την ενέργειαν του ελέγχου των λογαριασμων των υπολόγων δύναται να ζητήται παρά των αρμοδίων δημοσίων Υπηρεσιών, των υπολόγων, ως και παντός εν γένει φυσικού ή Νομικού Προσώπου πάσα αναγκαία πληροφορία ή στοιχείον, συντρεχούσης δε περιπτώσεως δύναται να ενεργηθή και επιτόπιος έρευνα.

4.[ʼρθρον 9 παρ. 3 Ν.Δ. 1265/1972]

Διά τας κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών διαπιστουμένας ελλείψεις ή γεννωμένας αμφιβολίας συντάσσεται φύλλον μεταβολών και ελλείψεων αποστελλόμενον αρμοδίως διά την αναπλήρωσιν των διαπιστουμένων ελλείψεων και παροχήν των απαιτουμένων πληροφοριών κλπ, τασσομένης προς τούτο προθεσμίας ουχί ανωτέρας των 15 ημερών, δύναται να παραταθή επι εύλογον χρόνον.

5.[ʼρθρον 9 παρ. 4 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρον 10 παρ. 3 Ν. 968/79] Διαφοραί προκύπτουσαι κατά τον έλεγχον των λογαριασμών είτε εις χρέωσιν, είτε εις πίστωσιν των υπολόγων, κατώτεραι ποσού οριζομένου εκάστοτε δι'αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαγράφονται εξισουμένων των λογαριασμών κατά τα διά της αυτής αποφάσεως καθορισθησόμενα.

6.[ʼρθρον 16 παρ. 1 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 66 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954), ʼρθρον 16 παρ. 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 66 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954)] Εις περίπτωσιν αμφιβολιών επί αναφυομένων κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών ζητημάτων, δύναται εκ των προτέρων να προκληθή δι' εκθέσεως του οικείου Διευθυντού, προς το αρμόδιον Κλιμάκιον, η γνώμη αυτού επί των ζητημάτων τούτων.

Ο Πρόεδρος του Συνεδρίου, δύναται, αν κρίνη τούτο αναγκαίον, λόγω της σοβαρότητος ή της γενικότητος, να προκαλή την γνώμην της Ολομελείας, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική διά τε τα Κλιμάκια και τα Τμήματα του Συνεδρίου κατά την έκδοσιν των σχετικών πράξεων και αποφάσεών του.

7.[ʼρθρον 25 Ν.Δ. 4/6.7.23,ʼρθρον 9 παρ. 7 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρ. 10 παρ.

4 Ν. 968/79, (ʼρθρον 25 Δ.Κωδ. 1954)]

Αν κατά τον έλεγχον των λογαριασμών διαπιστωθή ποινικώς κολάσιμος πράξις ανακοινούται τούτο εις τον αρμόδιον εισαγγελέα, εις τον εις όν υπάγεται ο υπόλογος Υπουργόν ή άλλο αρμόδιον όργανον και εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

     Προτεινόμενο κείμενο

Γενικαί Διατάξεις.

«1. Ο  έλεγχος των  λογαριασµών  των  δηµοσίων  υπολόγων,  των απολογισµών των  οργανισµών  τοπικής  αυτοδιοίκησης  και  των  άλλων  νοµικών  προσώπων  δηµοσίου  δικαίου  καθώς και των ειδικών λογαριασµών που αναφέρονται στη παράγραφο 2 του άρθρου 15 του π. δ/τος  774/1980,  ασκείται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος από τον Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου της Κεντρικής Υπηρεσίας ή των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην αρµοδιότητα της οποίας υπάγονται έως την ηµεροµηνία αυτή. Τυχόν προκύπτουσες  αµφισβητήσεις  από τον ως  άνω  καθορισµό  των  αρµοδιοτήτων,  επιλύονται  εκάστοτε  µε αποφάσεις της Ολοµελείας του  Ελεγκτικού Συνεδρίου.  

2. Κατά την άσκηση του ελέγχου αυτού, στον οικείο Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου της Κεντρικής Υπηρεσίας περιέρχονται όλες οι αρµοδιότητες του  αρµόδιου Κλιµακίου  του Ελεγκτικού Συνεδρίου και  στον οικείο Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιέρχονται όλες οι αρµοδιότητες των Υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας καθώς και του αρµόδιου Κλιµακίου. Κατά των πράξεων που εκδίδονται από τους ανωτέρω Επιτρόπους ασκούνται όλα τα ένδικα µέσα που προβλέπονται από τον παρόντα κατά των πράξεων του Κλιµακίου».

3.[ʼρθρον 24 Ν.Δ. 4/6/7/23, ʼρθρον 8 Ν.5212/31, ʼρθρον 9 παρ. 2 Ν.Δ.

1265/72,(ʼρθρον 24 Δ. Κωδ. 1954)]

Κατά την ενέργειαν του ελέγχου των λογαριασμων των υπολόγων δύναται να ζητήται παρά των αρμοδίων δημοσίων Υπηρεσιών, των υπολόγων, ως και παντός εν γένει φυσικού ή Νομικού Προσώπου πάσα αναγκαία πληροφορία ή στοιχείον, συντρεχούσης δε περιπτώσεως δύναται να ενεργηθή και επιτόπιος έρευνα.

4.[ʼρθρον 9 παρ. 3 Ν.Δ. 1265/1972]

Διά τας κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών διαπιστουμένας ελλείψεις ή γεννωμένας αμφιβολίας συντάσσεται φύλλον μεταβολών και ελλείψεων αποστελλόμενον αρμοδίως διά την αναπλήρωσιν των διαπιστουμένων ελλείψεων και παροχήν των απαιτουμένων πληροφοριών κλπ, τασσομένης προς τούτο προθεσμίας ουχί ανωτέρας των 15 ημερών, δύναται να παραταθή επι εύλογον χρόνον.

5.[ʼρθρον 9 παρ. 4 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρον 10 παρ. 3 Ν. 968/79] Διαφοραί προκύπτουσαι κατά τον έλεγχον των λογαριασμών είτε εις χρέωσιν, είτε εις πίστωσιν των υπολόγων, κατώτεραι ποσού οριζομένου εκάστοτε δι'αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαγράφονται εξισουμένων των λογαριασμών κατά τα διά της αυτής αποφάσεως καθορισθησόμενα.

6.[ʼρθρον 16 παρ. 1 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 66 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954), ʼρθρον 16 παρ. 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 66 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954)] Εις περίπτωσιν αμφιβολιών επί αναφυομένων κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών ζητημάτων, δύναται εκ των προτέρων να προκληθή δι' εκθέσεως του οικείου Διευθυντού, προς το αρμόδιον Κλιμάκιον, η γνώμη αυτού επί των ζητημάτων τούτων.

Ο Πρόεδρος του Συνεδρίου, δύναται, αν κρίνη τούτο αναγκαίον, λόγω της σοβαρότητος ή της γενικότητος, να προκαλή την γνώμην της Ολομελείας, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική διά τε τα Κλιμάκια και τα Τμήματα του Συνεδρίου κατά την έκδοσιν των σχετικών πράξεων και αποφάσεών του.

7.[ʼρθρον 25 Ν.Δ. 4/6.7.23,ʼρθρον 9 παρ. 7 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρ. 10 παρ.

4 Ν. 968/79, (ʼρθρον 25 Δ.Κωδ. 1954)]

Αν κατά τον έλεγχον των λογαριασμών διαπιστωθή ποινικώς κολάσιμος πράξις ανακοινούται τούτο εις τον αρμόδιον εισαγγελέα, εις τον εις όν υπάγεται ο υπόλογος Υπουργόν ή άλλο αρμόδιον όργανον και εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 


Στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Πληρεξουσιότητα

1) Η πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με συνυπογραφή του δικογράφου του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Στην περίπτωση συνυπογραφής του δικογράφου εκ μέρους του διαδίκου η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου. Για τη Διοίκηση εφαρμόζονται οι κείμενες γι αυτήν διατάξεις. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η πληρεξουσιότητα παρέχεται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο ή με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Όταν ο νόμος ή το καταστατικό απαιτεί για να ασκηθεί ένδικο μέσο προηγούμενη άδεια άλλου οργάνου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου τεκμαίρεται ότι ενεργεί με την άδεια του άλλου οργάνου. Η τυχόν έλλειψη της άδειας δεν επηρεάζει το κύρος της δίκης και δημιουργεί αποκλειστικά ευθύνη του εκπροσώπου απέναντι στο νομικό πρόσωπο.


2) Για την υπογραφή του ενδίκου μέσου και την ενέργεια των πράξεων της προδικασίας από δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει εάν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και εκείνος που το ήσκησε καταδικάζεται στη δικαστική δαπάνη".


"3. Το δικαστήριο, κατ' αίτηση του διαδίκου ή του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου, είτε αναβάλλει τη συζήτηση σε άλλη δικάσιμο είτε χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίηση, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας απορρίπτει το ένδικο μέσο. «Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 33 εφαρμόζονται και επί ελλείψεων ή ανάγκης συμπληρώσεως ή επί αμφιβολιών ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, όχι, όμως, επί παντελούς ελλείψεως νομιμοποιητικών στοιχείων. Τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως.»


4.Αν πεθάνει ο δικηγόρος που υπέγραψε το δικόγραφο, η δίκη αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως εφάπαξ και για εύλογο διάστημα, όχι μεγαλύτερο από έξι μήνες, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης, εκτός αν ο εντολέας του ζητήσει στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο τη συνέχιση της δίκης.


"5. Αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίσθηκε η νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζητήσεως της υποθέσεως που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδοση της αποφάσεως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους λόγους, δικάζεται από το οικείο Τμήμα καλουμένων αμφοτέρων των διαδίκων προ είκοσι (20) ημερών. Σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως η υπόθεση εκδικάζεται εν συνεχεία επί της ουσίας από το ίδιο Τμήμα".

     Προτεινόμενο κείμενο

Πληρεξουσιότητα

1) Η πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με συνυπογραφή του δικογράφου του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Στην περίπτωση συνυπογραφής του δικογράφου εκ μέρους του διαδίκου η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου. Για τη Διοίκηση εφαρμόζονται οι κείμενες γι αυτήν διατάξεις. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η πληρεξουσιότητα παρέχεται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο ή με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Όταν ο νόμος ή το καταστατικό απαιτεί για να ασκηθεί ένδικο μέσο προηγούμενη άδεια άλλου οργάνου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου τεκμαίρεται ότι ενεργεί με την άδεια του άλλου οργάνου. Η τυχόν έλλειψη της άδειας δεν επηρεάζει το κύρος της δίκης και δημιουργεί αποκλειστικά ευθύνη του εκπροσώπου απέναντι στο νομικό πρόσωπο.


2) Για την υπογραφή του ενδίκου μέσου και την ενέργεια των πράξεων της προδικασίας από δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει εάν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και εκείνος που το ήσκησε καταδικάζεται στη δικαστική δαπάνη".


"3. Το δικαστήριο, κατ' αίτηση του διαδίκου ή του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου, είτε αναβάλλει τη συζήτηση σε άλλη δικάσιμο είτε χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίηση, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας απορρίπτει το ένδικο μέσο. «Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 33 εφαρμόζονται και επί ελλείψεων ή ανάγκης συμπληρώσεως ή επί αμφιβολιών ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, όχι, όμως, επί παντελούς ελλείψεως νομιμοποιητικών στοιχείων. Τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως.»


4.Αν πεθάνει ο δικηγόρος που υπέγραψε το δικόγραφο, η δίκη αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως εφάπαξ και για εύλογο διάστημα, όχι μεγαλύτερο από έξι μήνες, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης, εκτός αν ο εντολέας του ζητήσει στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο τη συνέχιση της δίκης.


"5. Αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίσθηκε η νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζητήσεως της υποθέσεως που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδοση της αποφάσεως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους λόγους, δικάζεται από το οικείο Τμήμα καλουμένων αμφοτέρων των διαδίκων προ είκοσι (20) ημερών. Σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως η υπόθεση εκδικάζεται εν συνεχεία επί της ουσίας από το ίδιο Τμήμα".

6. «Γενικό πληρεξούσιο η ισχύς του οποίου έχει παύσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, σύµφωνα µε το άρθρο 97 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, δεν λαµβάνεται υπόψη για τη νοµιµοποίηση του διαδίκου, έστω και αν ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου µέσου.»



Η παράγραφος 1,2 του άρθρου 30 του π.δ/τος 774/1980 αντικαθίσταται ως εξής

Προγενέστερο κείμενο

1.Αρθρον 29 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53,  Άρθρον 29 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954)] Κατά των εις τα άρθρα 27 και 29 πράξεων, επιτρέπεται εις τον υπόλογον ή τον εγγυητήν αυτού έφεσις ενώπιον του οικείου Τμήματος του Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους από της εις τον υπόλογον κοινοποιήσεως της πράξεως, διά τε τους εν τη ημεδαπή και αλλοδαπή διαμένοντας.

 2.Άρθρον 29 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23, αρθρον 4 Ν. 5212/31, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53, άρθρον 29 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954)] Εις έφεσιν ασκουμένην εντός έξ μηνών από της εκδόσεως της πράξεως, δικαιούται και ο παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω Γενικός Επίτροπος. Εις έφεσιν δικαιούται επίσης ο αρμόδιος Υπουργός ή το οικείον Νομικόν Πρόσωπον, ασκουμένην εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, αρχομένης από της εις τούτους περιελεύσεως της πράξεως.

 3. Άρθρον 29 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6.7.23, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53,  Άρθρον 29 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954)] Ασκηθείσης της εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία του Κλιμακίου.

 4. Άρθρον 29 Ν.Δ. 30.9.25, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53,  Άρθρον 3 παρ. 1 Ν.968/79),  Άρθρον 29 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954)] Αι κατά την παράγραφον 13 του άρθρου 15 εφέσεις ασκούνται εντός εξαμήνου προθεσμίας, αρχομένης από της εις τον ενδιαφερόμενον κοινοποιήσεως της καταλογιστικής αποφάσεως. Εντός της αυτής προθεσμίας ασκούνται τα επί πάσης διαφοράς προκυπτούσης εκ του ελέγχου των λογαριασμών εν γένει ένδικα μέσα.

     Προτεινόμενο κείμενο

«1. Κατά καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων των Υπουργών, αρµόδιων Κλιµακίων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, µονοπρόσωπων ή συλλογικών διοικητικών οργάνων, διοικητικών αρχών, Οικονοµικών Επιθεωρητών ή άλλου φορέα επί διαχείρισης υλικού ή χρηµατικού του ∆ηµοσίου, Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου, Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης  και Νοµικών Προσώπων Ιδιωτικού ∆ικαίου που χρηµατοδοτούνται από εθνικά ή κοινοτικά κονδύλια, επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση από τον νοµιµοποιούµενο προς τούτο, εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγµένα πλήρη γνώση της προσβαλλόµενης πράξης. Εάν ο νοµιµοποιούµενος για την άσκηση έφεσης διαµένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσµία ορίζεται σε ενενήντα (90) ηµέρες». 

«2. Η προθεσµία της έφεσης κατά των ανωτέρω πράξεων για το ∆ηµόσιο, τα Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου, τους Οργανισµούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και για τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο είναι εξήντα (60) ηµέρες και αρχίζει από την περιέλευση της προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης σε αυτούς».

3. Άρθρον 29 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6.7.23, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53,  Άρθρον 29 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954)] Ασκηθείσης της εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία του Κλιμακίου.

 4. Άρθρον 29 Ν.Δ. 30.9.25, ’ρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53,  Άρθρον 3 παρ. 1 Ν.968/79),  Άρθρον 29 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954)] Αι κατά την παράγραφον 13 του άρθρου 15 εφέσεις ασκούνται εντός εξαμήνου προθεσμίας, αρχομένης από της εις τον ενδιαφερόμενον κοινοποιήσεως της καταλογιστικής αποφάσεως. Εντός της αυτής προθεσμίας ασκούνται τα επί πάσης διαφοράς προκυπτούσης εκ του ελέγχου των λογαριασμών εν γένει ένδικα μέσα.


Μετά το άρθρο 22α του π.δ. 774/1980 (Α΄189) προστίθεται άρθρο 22β ως εξής:

«1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την κρίση του και σύµφωνα µε τις διατάξεις που το διέπουν, διενεργεί στη διάρκεια εκτέλεσης του προϋπολογισµού στοχευµένους ελέγχους (προληπτικούς και κατασταλτικούς) σε τοµείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος σύµφωνα µε το ετήσιο ελεγκτικό πρόγραµµά του που εκπονεί η Ολοµέλειά του, προκειµένου να σχηµατίσει πληρέστερη ελεγκτική άποψη κατά την ετήσια έκθεσή του. 

2. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την κρίση του και σύµφωνα µε τις διατάξεις που το διέπουν, διενεργεί στη διάρκεια εκτέλεσης του προϋπολογισµού και στοχευµένους ελέγχους επιδόσεων σε τοµείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος, σύµφωνα µε το ετήσιο ελεγκτικό πρόγραµµα της προηγούµενης παραγράφου, προκειµένου να σχηµατίσει πληρέστερη ελεγκτική άποψη κατά την ετήσια έκθεσή του. 

3. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την κρίση του και σύµφωνα µε τις διατάξεις που το διέπουν, διενεργεί κάθε είδους έκτακτο έλεγχο»


3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 53 του π.δ/τος 774/1980, και 4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 774/1980, αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

1. Άρθρον 1 παρ. 8 και 2 παρ. 1 Α.Ν. 599/68, ’ρθρον 2 παρ. 1 Ν.968/79] Η κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 599/1968 πράξις κανονισμού συντάξεως και η απόφασις της Επιτροπής Ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεως υπόκεινται εις έφεσιν του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκουμένην υπό του Υπουργού των Οικονομικών εντός έτους από της εκδόσεως της πράξεως ή της αποφάσεως, ως και υπό παντός εχόντος συμφέρον εντός έτους από της κοινοποιήσεως ταύτης. Ωσαύτως υπόκεινται εις έφεσιν αι, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 599/1968 Κανονιστικαί πράξεις κανονισμού συντάξεως ως και αι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων ασκουμένην υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, εντός έτους από της εις αυτόν περιελεύσεως τούτων. Επί των εφέσεων τούτων και των περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά των επί εφέσει εκδιδομένων αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του παρόντος.

Ασκηθείσης της εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία των κατά το άρθρον 1 του Α.Ν. 599/68 οργάνων.

2.Άρθρον 2 παρ. 2 Α.Ν. 599/68]

Πάσα αίτησις σχετική προς εκδοθείσαν πράξιν κανονισμού συντάξεως ή απόφασιν της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, στηριζομένη εις έγγραφα επί του περιεχομένου των οποίων δεν εγένετο κρίσις, θεωρείται ουχί ως ένδικον μέσον, αλλ' ως αίτησις το πρώτον εξεταζομένη.

3.Άρθρον 4 παρ. 7 Α.Ν. 599/68]

Κατά των πράξεων της εν παραγράφω 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/68 Επιτροπής επιτρέπεται η άσκησις του ένδικου μέσου της εφέσεως ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είτε παρά του Υπουργού των Οικονομικών είτε παρά του ενδιαφερομένου, εντός προθεσμίας ενός έτους από της εκδόσεως της πράξεως διά το πρώτον και από της κοινοποιήσεως αυτής διά τον δεύτερον.

4.Άρθρον 4 παρ. 8 Α.Ν. 599/68]

Διά την άσκησιν, συζήτησιν και εκδίκασιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον εφέσεως, ως και των ενδίκων μέσων επί της κατ'έφεσιν εκδοθείσης αποφάσεως, έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του παρόντος.

5.Άρθρον 4 παρ. 9 Α.Ν. 599/68]

Ασκηθείσης εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία της εν παραγράφω 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/1968 Επιτροπής.

     Προτεινόμενο κείμενο

« 1. Η κατά τις διατάξεις του α.ν. 599/1968 πράξη κανονισµού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισµού Συντάξεων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του οικείου Τµήµατος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η έφεση  ασκείται εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών, η οποία αρχίζει για  τον Υπουργό Οικονοµικών από την περιέλευση σε αυτόν της προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης και για όποιον έχει έννοµο συµφέρον από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγµένα πλήρη γνώση της προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης. Εάν ο νοµιµοποιούµενος για την άσκηση έφεσης διαµένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσµία ορίζεται σε ενενήντα (90) ηµέρες. Επί των εφέσεων αυτών, καθώς και επί των ένδικων µέσων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται επί των εφέσεων, εφαρµόζονται οι σχετικές διατάξεις του παρόντος. Όταν ασκηθεί έφεση εξαντλείται η δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 1 του α.ν. 599/1968 οργάνων».

2.Άρθρον 2 παρ. 2 Α.Ν. 599/68]

Πάσα αίτησις σχετική προς εκδοθείσαν πράξιν κανονισμού συντάξεως ή απόφασιν της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, στηριζομένη εις έγγραφα επί του περιεχομένου των οποίων δεν εγένετο κρίσις, θεωρείται ουχί ως ένδικον μέσον, αλλ' ως αίτησις το πρώτον εξεταζομένη.

« 3. «Κατά των πράξεων της Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 599/1968 επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου µέσου της έφεσης ενώπιον του οικείου Τµήµατος του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών, είτε από τον Υπουργό Οικονοµικών από την περιέλευση σε αυτόν της προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης ή από όποιον έχει έννοµο συµφέρον από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγµένα πλήρη γνώση της προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης. Εάν ο νοµιµοποιούµενος για την άσκηση έφεσης διαµένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσµία ορίζεται σε ενενήντα (90) ηµέρες». 

4. Άρθρον 4 παρ. 8 Α.Ν. 599/68]

Διά την άσκησιν, συζήτησιν και εκδίκασιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον εφέσεως, ως και των ενδίκων μέσων επί της κατ'έφεσιν εκδοθείσης αποφάσεως, έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του παρόντος.

5. Άρθρον 4 παρ. 9 Α.Ν. 599/68]

Ασκηθείσης εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία της εν παραγράφω 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/1968 Επιτροπής.


Μετά το άρθρο 22β του π.δ. 774/1980 (Α΄189) προστίθεται άρθρο 22γ ως εξής:

«1. Επιχορήγηση είναι η µεταφορά πίστωσης σε φορέα που του έχει εκχωρηθεί αρµοδιότητα από φορέα της Γενικής Κυβέρνησης για το σκοπό της υλοποίησης της συγκεκριµένης και µόνο αρµοδιότητας.     

2. Χρηµατοδότηση είναι η µεταφορά πίστωσης σε φορέα για την υλοποίηση των αρµοδιοτήτων του και µόνο. 

3. Κάθε έτος οι φορείς που επιχορηγούνται ή και χρηµατοδοτούνται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να υποβάλουν, στο Γ.Λ.Κ. και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, µε το πέρας διµήνου από τη λήξη του οικονοµικού έτους, απολογισµό της συνολικής οικονοµικής τους δραστηριότητας και ξεχωριστό απολογισµό της επιχορήγησης ή και της χρηµατοδότησης που έλαβαν, εάν αυτή είναι µικρότερη του 100% των συνολικών χρηµατικών ποσών που διαχειρίσθηκαν.   Επίσης, µαζί µε τα ανωτέρω υποχρεούνται να υποβάλλουν και τον προϋπολογισµό τους για το επόµενο έτος.   

4.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί, σύµφωνα µε τις διατάξεις του, έλεγχο νοµιµότητας και κανονικότητας, καθώς και έλεγχο της χρηστής δηµοσιονοµικής διαχείρισης (οικονοµικότητα, αποδοτικότητα και αποτελεσµατικότητα) για τα ποσά της επιχορήγησης  και της χρηµατοδότησης που έλαβαν κάθε οικονοµικό έτος οι φορείς και συντάσσει έκθεση ελέγχου. 

5. Η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται ενός έξι µηνών από την ηµεροµηνία υποβολής στο Ελεγκτικό Συνέδριο όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως την κατάθεση του προς ψήφιση προϋπολογισµού της Γενικής Κυβέρνησης στη Βουλή. 

6. Χωρίς την υποβολή από τους επιχορηγούµενους ή και χρηµατοδοτούµενους φορείς των υπό την παράγραφο 4 στοιχείων οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν µπορούν να προβαίνουν σε καµία απολύτως επιχορήγηση ή και χρηµατοδότηση για τους φορείς αυτούς. Κάθε επιχορήγηση ή και χρηµατοδότηση που δίνεται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 είναι µη νόµιµη και καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο σύµφωνα µε τις διατάξεις που το διέπουν».


Στο 1.Τα εδάφια β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ΚΔΔ αντικαθίστανται ως εξής:, 2. Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του ΚΔΔ αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Καθ' ύλην

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
1. Η, σε πρώτο βαθμό, εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο.
«2. Κατ' εξαίρεση, η εκδίκαση:
α) των διαφορών από διοικητικές συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο, γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο, δ) των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), του άρθρου 153 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α') και των περιπτώσεων γ', δ' και ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α'), η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του ν. 3659/ 2008 (ΦΕΚ 77 Α'), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως. «Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (Α' 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (Α' 213), εφαρμόζονται για την εκδίκαση των προσφυγών αυτών.» Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β' και γ' η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.
3. Αν η κατά τις περιπτώσεις β' και γ' της προηγούμενης παραγράφου, χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσης βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου υποχρέου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. Το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη με το μεγαλύτερο ποσό καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες συναφείς πράξεις.» «Αν στο πλαίσιο του ίδιου προσωρινού ή οριστικού φορολογικού ελέγχου έχουν καταλογιστεί για το ίδιο οικονομικό έτος ή διαχειριστική περίοδο με την ίδια ή περισσότερες πράξεις, διάφορα ποσά, κατά του ίδιου υποχρέου, ανεξαρτήτως αν αυτά αφορούν διαφορετικά φορολογικά αντικείμενα, το εφετείο, εφόσον είναι αρμόδιο για κάποια από αυτές, καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες, ανεξαρτήτως ποσού.»
4. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.
5. Το ποσό που ορίζεται στην περ. β' της παρ. 2 είναι δυνατόν να μεταβάλλεται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
6. Η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές εφετείο.** «Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται από το μονομελές πρωτοδικείο, η εκδίκαση της διαφοράς σε δεύτερο βαθμό ανήκει στο μονομελές εφετείο.»

     Προτεινόμενο κείμενο

Καθ' ύλην

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
1. Η, σε πρώτο βαθμό, εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο.
«2. Κατ' εξαίρεση, η εκδίκαση:
α) των διαφορών από διοικητικές συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, «β. Των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείµενο δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθµό στο µονοµελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείµενο υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ και φθάνει έως τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ, οι εν λόγω διαφορές ανήκουν σε πρώτο και τελευταίο βαθµό στο µονοµελές εφετείο, εάν δε υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ, ανήκουν σε πρώτο και τελευταίο βαθµό στο τριµελές εφετείο.
γ. των χρηµατικών διαφορών, των οποίων το αντικείµενο δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100.000) ευρώ, ανήκει στο µονοµελές πρωτοδικείο».
 δ) των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), του άρθρου 153 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α') και των περιπτώσεων γ', δ' και ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α'), η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του ν. 3659/ 2008 (ΦΕΚ 77 Α'), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως. «Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (Α' 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (Α' 213), εφαρμόζονται για την εκδίκαση των προσφυγών αυτών.» Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β' και γ' η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.
3. Αν η κατά τις περιπτώσεις β' και γ' της προηγούμενης παραγράφου, χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσης βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου υποχρέου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. Το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη με το μεγαλύτερο ποσό καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες συναφείς πράξεις.» «Αν στο πλαίσιο του ίδιου προσωρινού ή οριστικού φορολογικού ελέγχου έχουν καταλογιστεί για το ίδιο οικονομικό έτος ή διαχειριστική περίοδο με την ίδια ή περισσότερες πράξεις, διάφορα ποσά, κατά του ίδιου υποχρέου, ανεξαρτήτως αν αυτά αφορούν διαφορετικά φορολογικά αντικείμενα, το εφετείο, εφόσον είναι αρμόδιο για κάποια από αυτές, καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες, ανεξαρτήτως ποσού.»
4. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα.
5. Το ποσό που ορίζεται στην περ. β' της παρ. 2 είναι δυνατόν να μεταβάλλεται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
6. «Η σε δεύτερο βαθµό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο εφετείο. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση του εδαφίου β της παραγράφου 2 του παρόντος η απόφαση του µονοµελούς πρωτοδικείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του τριµελούς πρωτοδικείου. Εκτός από την περίπτωση του προηγουµένου εδαφίου, στις περιπτώσεις που η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται από το µονοµελές πρωτοδικείο, η εκδίκαση της διαφοράς σε δεύτερο βαθµό ανήκει στο µονοµελές εφετείο».

  • 10 Φεβρουαρίου 2012 04:40:30
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

    ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ 50 ΤΩΝ ΟΜΟΔΙΚΩΝ ΑΠΟ 100 ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΣΤΟ 100 ΑΛΛΑ ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟΣ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΟΜΟΔΙΚΩΝ ΝΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΕΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΣΤΟ 200


Μετά το άρθρο 22β του π.δ. 774/1980 (Α΄189) προστίθεται άρθρο 22γ ως εξής:

«1. Επιχορήγηση είναι η μεταφορά πίστωσης σε φορέα που του έχει εκχωρηθεί αρμοδιότητα από φορέα της Γενικής Κυβέρνησης για το σκοπό της υλοποίησης της συγκεκριμένης και μόνο αρμοδιότητας.

2. Χρηματοδότηση είναι η μεταφορά πίστωσης σε φορέα για την υλοποίηση των αρμοδιοτήτων του και μόνο.
3. Κάθε έτος οι φορείς που επιχορηγούνται ή και χρηματοδοτούνται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να υποβάλουν, στο Γ.Λ.Κ. και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το πέρας διμήνου από τη λήξη του οικονομικού έτους, απολογισμό της συνολικής οικονομικής τους δραστηριότητας και ξεχωριστό απολογισμό της επιχορήγησης ή και της χρηματοδότησης που έλαβαν, εάν αυτή είναι μικρότερη του 100% των συνολικών χρηματικών ποσών που διαχειρίσθηκαν. Επίσης, μαζί με τα ανωτέρω υποχρεούνται να υποβάλλουν και τον προϋπολογισμό τους για το επόμενο έτος.
4. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του, έλεγχο νομιμότητας και κανονικότητας, καθώς και έλεγχο της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (οικονομικότητα, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα) για τα ποσά της επιχορήγησης και της χρηματοδότησης που έλαβαν κάθε οικονομικό έτος οι φορείς και συντάσσει έκθεση ελέγχου.
5. Η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται ενός έξι μηνών από την ημερομηνία υποβολής στο Ελεγκτικό Συνέδριο όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως την κατάθεση του προς ψήφιση προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης στη Βουλή.
6. Χωρίς την υποβολή από τους επιχορηγούμενους ή και χρηματοδοτούμενους φορείς των υπό την παράγραφο 4 στοιχείων οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν μπορούν να προβαίνουν σε καμία απολύτως επιχορήγηση ή και χρηματοδότηση για τους φορείς αυτούς. Κάθε επιχορήγηση ή και χρηματοδότηση που δίνεται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 είναι μη νόμιμη και καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν».


Άρθρο 68

1. Συνιστάται «Σώµα Μελών Επιτροπών Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων», τα µέλη του οποίου στελεχώνουν τις κατά τα κατωτέρω Επιτροπές Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων. Τα µέλη του σώµατος, το οποίο υπάγεται στον Υπουργό ∆ιοικητικής Μεταρρύθµισης, υπηρετούν σ’ αυτό αποσπώµενα από την υπηρεσία τους για τετραετή θητεία, η οποία µπορεί να ανανεωθεί µια µόνο, συνεχόµενη ή µη, φορά. Οι θέσεις του σώµατος  καθορίζονται µε το προεδρικό διάταγµα της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

 Τα µέλη του σώµατος είναι, κατά τα δύο τρίτα τουλάχιστον, απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης µε πενταετή κατ’ ελάχιστον υπηρεσία. Τα µέλη που δεν είναι απόφοιτοι της ανωτέρω σχολής πρέπει να έχουν επταετή τουλάχιστον προϋπηρεσία στη δηµόσια διοίκηση και να ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ. 

2. Ο ορισµός των µελών γίνεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών ∆ιοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής ∆ιακυβέρνησης και Εσωτερικών, καθώς και του Υπουργού ή του διοικητή του νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου από  υπηρεσία των οποίων αποσπάται ο υπάλληλος.

 Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος συνεχούς και πραγµατικής υπηρεσίας στην οργανική θέση του υπαλλήλου. Ανάκληση της απόσπασης µπορεί να γίνει µόνο για σπουδαίο λόγο, ύστερα από αίτηση του αποσπασµένου και αποδοχή της από τον Υπουργό Εσωτερικών ή για λόγους ακαταλληλότητας ή αδυναµίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του ύστερα από εισήγηση του επικεφαλής του σώµατος.

3. Ο επικεφαλής του σώµατος είναι υποχρεωτικά απόφοιτος της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης µε επταετή προϋπηρεσία, ορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών ∆ιοικητικής  Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής ∆ιακυβέρνησης και Εσωτερικών, καθώς και του Υπουργού ή του διοικητή του νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου από  υπηρεσία των οποίων αποσπάται ο υπάλληλος, για πενταετή θητεία, που µπορεί να ανανεωθεί µια µόνο, συνεχόµενη ή µη, φορά και έχει τον βαθµό και τις αποδοχές Γενικού Γραµµατέα. Στον χρόνο αυτό δεν προσµετράται χρόνος που ο οριζόµενος ως επικεφαλής έχει τυχόν διανύσει ως µέλος του σώµατος

Τα µέλη του σώµατος δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως από την οποία αποσπώνται. Σε περίπτωση κατά την οποία για τις ανάγκες του σώµατος µετατεθούν, οι αποδοχές διαµορφώνονται αναλόγως.

4. Με προεδρικό διάταγµα, το οποίο εκδίδεται µε πρόταση των Υπουργών ∆ιοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής ∆ιακυβέρνησης και Εσωτερικών θεσπίζεται ο Κανονισµός  Λειτουργίας του Σώµατος και καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτοµέρεια.

5. Στην έδρα κάθε Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης ιδρύεται «Επιτροπή Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων», µε σκοπό την εξέταση διοικητικών προσφυγών ενδικοφανούς χαρακτήρα κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, καθώς και την εξέταση αιτηµάτων προς αποζηµίωση σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου ή νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου. 

 Η Επιτροπή λειτουργεί κατά κλιµάκια, που διαφοροποιούνται σε σχέση µε το αντικείµενο της διαφοράς. Αναλόγως του πληθυσµού µιας Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης και του όγκου των υποθέσεων, µπορεί να προβλέπεται η λειτουργία περισσοτέρων κλιµακίων  ανά αντικείµενο. Κλιµάκια των κατά τόπους Επιτροπών µπορεί, επίσης, να λειτουργούν στις έδρες των νοµών και σε µεγάλες πόλεις. Κριτήριο για τη λειτουργία κλιµακίου εκτός της έδρας της Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης είναι η γεωγραφική διαµόρφωση της περιοχής και το ειδικότερο αντικείµενο των ενδικοφανών προσφυγών.  

 Οι επί µέρους Επιτροπές και τα κλιµάκια που αποτελούν την κάθε µια ορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. 

6. Κάθε κλιµάκιο αποτελείται από τρία µέλη. Πρόεδρος ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, συνταξιούχος ή εν ενεργεία ανώτερος ή ανώτατος δικαστικός λειτουργός  ή Σύµβουλος ή Πάρεδρος του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους. Ως µέλη ορίζονται, µε την ίδια απόφαση, ένα µέλος του Σώµατος Μελών Επιτροπών Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων και ένα µέλος των Επαγγελµατικών Επιµελητηρίων ή Συλλόγων που έχουν µορφή  νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου ή µέλος Ανεξάρτητης Αρχής. Με την ίδια απόφαση ορίζονται πλην των τακτικών και τα αναπληρωµατικά µέλη. Η θητεία των µελών κάθε κλιµακίου είναι διετής, δυναµένη να ανανεωθεί. Η συνολική υπηρεσία, πάντως, δεν µπορεί να υπερβεί την οκταετία.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ορίζεται ποιος από τους δικαστικούς λειτουργούς έχει την ευθύνη της εύρυθµης λειτουργίας και του συντονισµού των εργασιών των κλιµακίων που λειτουργούν σε κάθε Αποκεντρωµένη ∆ιοίκηση. 

 Οι κατά τα ανωτέρω Σύλλογοι ή Επιµελητήρια ή Ανεξάρτητες Αρχές  υποδεικνύουν, όταν τους ζητηθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, ποια εκ των µελών τους µπορεί να αποτελέσουν µέλη των κατά το παρόν Επιτροπών.

 Με κοινή απόφαση των Υπουργών ∆ιοικητικής Μεταρρύθµισης και Ηλεκτρονικής ∆ιακυβέρνησης, Εσωτερικών και Οικονοµικών, ορίζεται η αµοιβή των συνταξιούχων µελών των Επιτροπών καθώς και όσων υποδεικνύονται από Επαγγελµατικούς Συλλόγους ή Επιµελητήρια. 

 Με την επιφύλαξη των οριζοµένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 2, τα µέλη των Επιτροπών µπορούν να παυθούν µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών µόνο εάν παραιτηθούν ή αν τελέσουν βαρύ παράπτωµα σχετικό µε την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή καταδικαστούν για πληµµέληµα ή κακούργηµα.

7. Οι συνεδριάσεις των κλιµακίων της Επιτροπής είναι δηµόσιες. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 37 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας εφαρµόζεται αναλόγως. 

 Η Επιτροπή αποφαίνεται µε αιτιολογηµένη απόφασή της, υποχρεούται δε να επιλύσει τη διαφορά που άγεται ενώπιόν της, µη δικαιούµενη να αναπέµψει την υπόθεση στη διοίκηση.  Καθήκοντα εισηγητή εκτελεί πάντοτε το µέλος του Σώµατος Μελών Επιτροπών Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων.

 Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τα µέλη της Επιτροπής απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας. Κανένα δεν µπορεί να διωχθεί πειθαρχικά ή άλλως πως για γνώµη που εξέφρασε κατά τη εκδίκαση της ενδικοφανούς προσφυγής. 

 Οι διατάξεις των άρθρων 14 έως 22 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας εφαρµόζονται αναλόγως.

8. Οι Επιτροπές ερευνούν ελευθέρως τα πραγµατικά και νοµικά ζητήµατα των υποθέσεων. Μπορούν να καλέσουν οποιονδήποτε για να τους παράσχει πληροφορίες, να ενεργήσουν αυτοψία, να ζητήσουν τη διενέργεια πραγµατογνωµοσύνης, να ζητήσουν οποιοδήποτε έγγραφο και να προκαλέσουν γνωµατεύσεις  από τις αρµόδιες αρχές. 

Σε περίπτωση ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής η διοίκηση είναι υποχρεωµένη να αποστείλει το ταχύτερο δυνατόν τις απόψεις της και τον πλήρη φάκελο της υποθέσεως στην αρµόδια Επιτροπή. 

9. Μετά την έκδοση της αποφάσεως ο φάκελος επιστρέφει στην αρχή που εξέδωσε την προσβληθείσα µε την ενδικοφανή προσφυγή πράξη, η οποία µεριµνά για την κοινοποίησή της σε εκείνον που προσέφυγε, καθώς και για την άµεση εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής.

Σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου βοηθήµατος διάδικος ενώπιον των δικαστηρίων είναι η Αρχή η οποία εξέδωσε την προσβληθείσα µε ενδικοφανή προσφυγή πράξη.

10. Με προεδρικό διάταγµα που εκδίδεται µε πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και του εκάστοτε αρµοδίου καθ’ ύλην Υπουργού, ορίζεται ότι, όπου στην κείµενη νοµοθεσία προβλέπεται άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά πράξεων διοικητικών αρχών, αποκλειστικώς  αρµόδια για την εκδίκασή της καθίσταται η Επιτροπή Επιλύσεως ∆ιοικητικών Αµφισβητήσεων, καθορίζεται δε η τηρητέα ενώπιόν της διαδικασία, η οποία µπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα µε το είδος της διαφοράς. Με το παραπάνω διάταγµα καταργούνται οι σχετικές µε την ενδικοφανή προσφυγή διατάξεις της οικείας νοµοθεσίας. Με το αυτό διάταγµα είναι δυνατόν να καθιερωθεί σύστηµα  ενδικοφανών προσφυγών και σε περιπτώσεις όπου η κείµενη νοµοθεσία δεν τις προβλέπει. 

 Η εκδίκαση της κατά τα ανωτέρω  ενδικοφανούς προσφυγής γίνεται από τις Επιτροπές  σε πρώτο και τελευταίο βαθµό.

 Είναι δυνατή η δοκιµαστική, σε επίπεδο Αποκεντρωµένης ∆ιοικήσεως και για ορισµένες κατηγορίες υποθέσεων, λειτουργία των Επιτροπών και των κλιµακίων τους, ώστε σταδιακά η λειτουργία τους να επεκταθεί σε όλη την Επικράτεια. Είναι, επίσης, δυνατόν να προβλεφθεί  η λειτουργία των Επιτροπών σε όλες ή σε ορισµένες µόνο Αποκεντρωµένες ∆ιοικήσεις για ορισµένη κατηγορία υποθέσεων. 

11. Σε περίπτωση κατά την οποία προβλεφθεί, µε το προεδρικό διάταγµα του προηγούµενου άρθρου, ότι αρµόδια για την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών που προβλέπονται από συγκεκριµένη νοµοθεσία καθίσταται η Επιτροπή, είναι απαράδεκτη η άσκηση οποιασδήποτε διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειµένων σε ενδικοφανή προσφυγή πράξεων. 

12. Οι αποφάσεις της Επιτροπής  δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε διοικητική προσφυγή ασκούµενη από οποιονδήποτε, είτε αυτός είναι άµεσα ενδιαφερόµενος είτε τρίτος. Οι αποφάσεις της επιτροπής υπόκεινται στα κατά τον νόµο ένδικα βοηθήµατα.

Οι λόγοι που περιέχονται στο ένδικο βοήθηµα που ασκείται κατά των πράξεων της Επιτροπής δεν επιτρέπεται, επί ποινή απαραδέκτου, να είναι διαφορετικοί από τις αιτιάσεις της ενδικοφανούς προσφυγής, εκτός αν αναφέρονται σε αυτοτελείς πληµµέλειες της απόφασης της Επιτροπής. Το επιλαµβανόµενο του ενδίκου βοηθήµατος δικαστήριο αποφαίνεται ανεκκλήτως. 

Σε περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση δεν έχει τηρήσει την κατά το εδ. β’ της παραγράφου 1  του άρθρου 16 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας υποχρέωση ενηµερώσεως, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκηθεί το προβλεπόµενο εκάστοτε ένδικο βοήθηµα έχει την ευχέρεια να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως και να την αναπέµψει στην αρµόδια Επιτροπή.


Μετά το άρθρο 34Α του π.δ. 18/1989 προστίθεται άρθρο 34Β ως εξής:


«1. Μετά την τήρηση των διαδικασιών των άρθρων 20, 21 και 23 του παρόντος, ο εισηγητής, εάν κρίνει ότι ένδικο µέσο ή βοήθηµα, για το οποίο έχει προσκοµιστεί συµβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς το δικηγόρο που το υπογράφει, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και είναι προδήλως βάσιµο, µπορεί να προτείνει στον πρόεδρο την εισαγωγή του στο δικαστικό σχηµατισµό σε συµβούλιο του προηγουµένου άρθρου. Εφόσον ο σχηµατισµός συµφωνήσει, µε οµόφωνη απόφασή του το κάνει δεκτό, και επιδικάζει δικαστική δαπάνη για τη σύνταξη του δικογράφου. Η απόφαση ισχύει και παράγει τα έννοµα αποτελέσµατά της από την έκδοση της κατά την εποµένη παράγραφο διαπιστωτικής πράξης του Προέδρου, υπόκειται δε έκτοτε σε τριτανακοπή, άν είναι ακυρωτική.
2. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους. Η διάδικος Αρχή και οι τυχόν παρεµβάντες µπορούν, µε αίτησή τους, να ζητήσουν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο µέσα στην προθεσµία της παραγράφου 2 του προηγουµένου άρθρου.  Με πράξη του Προέδρου βεβαιώνεται η άπρακτη παρέλευση της προθεσµίας αυτής.
3. Aν και µετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο το ένδικο µέσο ή βοήθηµα γίνει δεκτό, η Αρχή ή ο παρεµβάς που την προκάλεσε, καταδικάζεται να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο το πενταπλάσιο της δικαστικής δαπάνης.
4. Με απόφαση του Προέδρου του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους που εκδίδεται ύστερα από σύµφωνη γνώµη της Ολοµέλειάς του και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως µέσα σε τρεις µήνες από την έναρξη ισχύος του νόµου αυτού, ορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος αποδοχής των αποφάσεων του άρθρου 34Α του παρόντος και των προηγουµένων παραγράφων του παρόντος άρθρου από τη διάδικο Αρχή, εφόσον η νοµική της υπηρεσία διεξάγεται από το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους».


Μετά το άρθρο 22 του π.δ. 774/1980 (Α΄189) προστίθεται άρθρο 22α ως εξής:

«1. Ο έλεγχος είναι ετήσιος τακτικός και δειγµατοληπτικός, εκτός εάν από το δειγµατοληπτικό έλεγχο προέκυψαν λόγοι που επιβάλλουν τη γενίκευση του κατασταλτικού ελέγχου και διενεργείται µετά το τέλος κάθε οικονοµικής χρήσης ή είναι έκτακτος γενικός ή ειδικός ή θεµατικός και συνίσταται στον έλεγχο νοµιµότητας και κανονικότητας της διαχείρισης.  

2. Κατά τον κατασταλτικό έλεγχο ελέγχονται, ιδίως: α) η τήρηση της αρχής της χρηστής δηµοσιονοµικής διαχείρισης και ειδικότερα η οικονοµικότητα, η αποδοτικότητα και η αποτελεσµατικότητα, β) η ορθή τήρηση του κατά περίπτωση ισχύοντος λογιστικού ή διαχειριστικού συστήµατος, σύµφωνα µε τους κανόνες και τις αρχές που το διέπουν, γ) η τήρηση και ενηµέρωση των λογαριασµών, ώστε να απεικονίζουν µε ακρίβεια το περιεχόµενο των οικονοµικών πράξεων και δηµοσιονοµικών ενεργειών, δ) η νόµιµη λήψη δανείων, η παροχή εγγυήσεων και η τήρηση των όρων των σχετικών συµβάσεων, ε) η νόµιµη και σύµφωνα µ την ως άνω περίπτωση α΄ αρχή, διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, στ) η έγκαιρη και κανονική απόδοση των υπέρ τρίτων εισπραττόµενων νοµίµων δικαιωµάτων και η είσπραξη και η διαχείριση των ανταποδοτικών τελών ή άλλων ειδικών εσόδων ή των εσόδων από δάνεια ή των βεβαιωθέντων εσόδων από οφειλές και πρόστιµα σε βάρος τρίτων, ζ) τα συστήµατα λειτουργίας του φορέα (έλεγχος συστηµάτων) και η) η συµµόρφωση του φορέα σε προηγούµενες υποδείξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3. Ο κατασταλτικός έλεγχος πρέπει να ολοκληρωθεί µέσα σε έξι (6) µήνες από την ηµεροµηνία αποστολής του αντιγράφου του λογαριασµού ή απολογισµού ή ισολογισµού ή άλλης κατά το νόµο απαιτούµενης οικονοµικής κατάστασης του υπόχρεου για κατασταλτικό έλεγχο φορέα, το οποίο συνοδεύεται από στοιχεία που ορίζονται µε απόφαση της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

4.  Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος διενεργείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του οργανισµού του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τα ελεγκτικά πρότυπα του ∆ιεθνούς Οργανισµού Ανωτάτων Ελεγκτικών Ιδρυµάτων (INTOSAI).»


Στην παράγραφο 1 του άρθρου 39 του π.δ. 18/1989 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Δικαστική δαπάνη

(άρθρο 39 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 8 ν.1470/1984)
1.Ο ηττημένος διάδικος καταδικάζεται με την απόφαση να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νίκησε. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ηττημένο διάδικο.
Η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του διαδίκου την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη του κυρίου δικογράφου ή της παρέμβασης και για την παράσταση σε κάθε συζήτηση. "Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων."
Κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει επιδίκαση μειωμένης αμοιβής καταργείται.
2.Σε περίπτωση κατάργησης δίκης για οποιοδήποτε λόγο δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη.

     Προτεινόμενο κείμενο

Δικαστική δαπάνη

(άρθρο 39 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 8 ν.1470/1984)
1.Ο ηττημένος διάδικος καταδικάζεται με την απόφαση να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νίκησε. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ηττημένο διάδικο.
Η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του διαδίκου την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη του κυρίου δικογράφου ή της παρέμβασης και για την παράσταση σε κάθε συζήτηση. "Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων."
Κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει επιδίκαση μειωμένης αμοιβής καταργείται.
«Σε περίπτωση κατά την οποία ο ηττηθείς διάδικος συνέβαλε µε τη δικονοµική συµπεριφορά του στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, το δικαστήριο µπορεί να του επιβάλει δικαστική δαπάνη έως τριπλάσια της εκάστοτε οριζοµένης. Ειδικά ως προς το ∆ηµόσιο και τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για την επιβολή της ανωτέρω δικαστικής δαπάνης λαµβάνεται υπόψη και η τήρηση των υποχρεώσεων των άρθρων 23 και 24 του παρόντος διατάγµατος».
2.Σε περίπτωση κατάργησης δίκης για οποιοδήποτε λόγο δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη.


1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας προστίθεται περίπτωση δ ως εξής:, 2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας προστίθεται εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Απαραίτητα στοιχεία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
1. Το δικόγραφο, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούν ειδικότερες διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το είδος και το αντικείμενο του και να αναφέρει:
α) το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται,
β) τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του και
γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξούσιου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπροσωπεί.
2. Οι διευθύνσεις των κατά την προηγούμενη παράγραφο προσώπων πρέπει να γνωστοποιούνται στο δικαστήριο με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται σε αυτό. Αν η γνωστοποίηση γίνεται, το πρώτο, με άλλο δικόγραφο, υπόμνημα ή έγγραφο, αυτό πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο και να επιδίδεται, από τα ίδια αυτά πρόσωπα, στους λοιπούς διαδίκους.
3. Κάθε μεταβολή στη διεύθυνση ή στην ιδιότητα των κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσώπων, η οποία επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος έως και τη λήξη της τελικής εκκρεμοδικίας στο δεύτερο βαθμό, πρέπει να γνωστοποιείται κατά τη διαδικασία της διάταξης της δεύτερης περιόδου της παρ. 2, η οποία και εφαρμόζεται αναλόγως.
Αλλιώς, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί ή ωσάν να μην είχε επέλθει η μεταβολή, κατά περίπτωση.
4. Αν δεν δηλωθεί καμία διεύθυνση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, η επίδοση γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο γραμματέα του οικείου δικαστηρίου.
5. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν να υπογράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους.

     Προτεινόμενο κείμενο

Απαραίτητα στοιχεία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
1. Το δικόγραφο, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούν ειδικότερες διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το είδος και το αντικείμενο του και να αναφέρει:
α) το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται,
β) τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του και
γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξούσιου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπροσωπεί.
«δ΄. Στο δικόγραφο περιέχεται συνοπτική έκθεση των τιθέµενων ζητηµάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις 200 λέξεις. Η υποχρέωση αυτή δεν αφορά την αίτηση αναστολής και την αίτηση ασφαλιστικών µέτρων».
2. Οι διευθύνσεις των κατά την προηγούμενη παράγραφο προσώπων πρέπει να γνωστοποιούνται στο δικαστήριο με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται σε αυτό. Αν η γνωστοποίηση γίνεται, το πρώτο, με άλλο δικόγραφο, υπόμνημα ή έγγραφο, αυτό πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο και να επιδίδεται, από τα ίδια αυτά πρόσωπα, στους λοιπούς διαδίκους. «Στην περίπτωση που το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η  ηλεκτρονική του διεύθυνση».  
3. Κάθε μεταβολή στη διεύθυνση ή στην ιδιότητα των κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσώπων, η οποία επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος έως και τη λήξη της τελικής εκκρεμοδικίας στο δεύτερο βαθμό, πρέπει να γνωστοποιείται κατά τη διαδικασία της διάταξης της δεύτερης περιόδου της παρ. 2, η οποία και εφαρμόζεται αναλόγως.
Αλλιώς, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί ή ωσάν να μην είχε επέλθει η μεταβολή, κατά περίπτωση.
4. Αν δεν δηλωθεί καμία διεύθυνση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, η επίδοση γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο γραμματέα του οικείου δικαστηρίου.
5. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν να υπογράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους.


1. Στην παράγραφο 1 του 63 του π.δ/τος 774/1980 προστίθεται τρίτο εδάφιο, ως εξής :

Προγενέστερο κείμενο

1.[ʼρθρον 5 παρ. 1 Ν. 4448/64] Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμόν αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως, δύναται ν'ασκηθή ένστασις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους, αφ' ής ο ενιστάμενος έλαβε γνώσιν της προσβαλλομένης πράξεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, αφ'ής παρήλθε δίμηνον από της ημέρας καθ' ήν εδημιουργήθη η υποχρέωσις προς έκδοσιν της παραλειφθείσης πράξεως. Η ένστασις κρίνεται παρά του κατά το άρθρον 7 παρ. 5 του παρόντος αρμοδίου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 28-31, 47, 49-52 και 52-62 αυτού.

2.[ʼρθρον 3 παρ. 2 Ν.368/1976] Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν της κατά το άρθρον 2 του Νόμου 368/76 πέμπτης εκ 10% προσαυξήσεως ασκούνται προκειμένου μεν περί συντάξεων κανονιζομένων παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν.4448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών, τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. 3.[ʼρθρον 3 παρ. 5 Ν. 787/78] Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν του κατά του άρθρον 3 παρ. 1 Ν.787/1978 επιδόματος οικογενειακών βαρών, ασκούνται προκειμένου μεν περί συνταξιούχων των οποίων η σύνταξις κανονίζεται παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν. 4448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. 

     Προτεινόμενο κείμενο

1.[ʼρθρον 5 παρ. 1 Ν. 4448/64] Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμόν αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως, δύναται ν'ασκηθή ένστασις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους, αφ' ής ο ενιστάμενος έλαβε γνώσιν της προσβαλλομένης πράξεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, αφ'ής παρήλθε δίμηνον από της ημέρας καθ' ήν εδημιουργήθη η υποχρέωσις προς έκδοσιν της παραλειφθείσης πράξεως. Η ένστασις κρίνεται παρά του κατά το άρθρον 7 παρ. 5 του παρόντος αρμοδίου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 28-31, 47, 49-52 και 52-62 αυτού. «Η ένσταση απορρίπτεται εάν κατά την κατάθεσή της δεν συνοδεύεται από αποδεικτικό καταβολής παραβόλου, το οποίο ορίζεται ίσο µε είκοσι ευρώ και επιστρέφεται στον ενιστάµενο σε περίπτωση µερικής ή στο σύνολο αποδοχής αυτής».

 

2.[ʼρθρον 3 παρ. 2 Ν.368/1976] Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν της κατά το άρθρον 2 του Νόμου 368/76 πέμπτης εκ 10% προσαυξήσεως ασκούνται προκειμένου μεν περί συντάξεων κανονιζομένων παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν.4448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών, τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. 3.[ʼρθρον 3 παρ. 5 Ν. 787/78] Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν του κατά του άρθρον 3 παρ. 1 Ν.787/1978 επιδόματος οικογενειακών βαρών, ασκούνται προκειμένου μεν περί συνταξιούχων των οποίων η σύνταξις κανονίζεται παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν. 4448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. 


3. Στο άρθρο 46 του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Ελλείψεις

Δικόγραφο που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του.

     Προτεινόμενο κείμενο

Ελλείψεις

Δικόγραφο που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του.
«Εάν ελλείπει η έκθεση της  περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του παρόντος κώδικα, δεν ορίζεται δικάσιµος µέχρις ότου συµπληρωθεί το δικόγραφο».


Στο άρθρο 48 του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Οργανα – Παραγγελία

1. Οι επιδόσεις από μέρους των ιδιωτών διαδίκων γίνονται με δικαστικό επιμελητή.
2. Οι επιδόσεις από μέρους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γίνονται είτε με δικαστικό επιμελητή είτε με υπάλληλο των υπηρεσιών τους. Οργανα της αστυνομίας ή της αγροφυλακής ή υπάλληλοι των δήμων ή κοινοτήτων μπορούν, μέσα στα όρια των εδαφικών τους περιφερειών, να διενεργούν τις επιδόσεις αυτές.
«3. Οι επιδόσεις από μέρους του δικαστηρίου γίνονται με δικαστικούς υπαλλήλους ή επιμελητές των δικαστηρίων ή με οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους υπαλλήλους που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο ή με υπάλληλο Ν.Π.Δ.Δ.. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται επίδοση από μέρους του ιδιώτη διαδίκου, η επίδοση μπορεί να γίνει και με φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, εκτός από τις επιδόσεις των δικογράφων των προσθέτων λόγων και της παρέμβασης.».
4. Οι επιδόσεις γίνονται ύστερα από έγγραφη παραγγελία του διαδίκου, του νόμιμου αντιπροσώπου, του εκπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξούσιου του. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 24 και της παρ. 6 του άρθρου 28, εφαρμόζονται, και στην περίπτωση αυτή, αναλόγως οι διατάξεις αυτές.
5. Την παραγγελία για τις επιδόσεις που γίνονται από μέρους του δικαστηρίου δίνει εγγράφως ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος.

     Προτεινόμενο κείμενο

Οργανα – Παραγγελία

1. Οι επιδόσεις από μέρους των ιδιωτών διαδίκων γίνονται με δικαστικό επιμελητή.
2. Οι επιδόσεις από μέρους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γίνονται είτε με δικαστικό επιμελητή είτε με υπάλληλο των υπηρεσιών τους. Οργανα της αστυνομίας ή της αγροφυλακής ή υπάλληλοι των δήμων ή κοινοτήτων μπορούν, μέσα στα όρια των εδαφικών τους περιφερειών, να διενεργούν τις επιδόσεις αυτές.
«3. Οι επιδόσεις από μέρους του δικαστηρίου γίνονται με δικαστικούς υπαλλήλους ή επιμελητές των δικαστηρίων ή με οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους υπαλλήλους που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο ή με υπάλληλο Ν.Π.Δ.Δ.. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται επίδοση από μέρους του ιδιώτη διαδίκου, η επίδοση μπορεί να γίνει και με φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, εκτός από τις επιδόσεις των δικογράφων των προσθέτων λόγων και της παρέμβασης.».
4. Οι επιδόσεις γίνονται ύστερα από έγγραφη παραγγελία του διαδίκου, του νόμιμου αντιπροσώπου, του εκπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξούσιου του. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 24 και της παρ. 6 του άρθρου 28, εφαρμόζονται, και στην περίπτωση αυτή, αναλόγως οι διατάξεις αυτές.
5. Την παραγγελία για τις επιδόσεις που γίνονται από μέρους του δικαστηρίου δίνει εγγράφως ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος.
«6. Οι προβλεπόµενες από τις ανωτέρω παραγράφους επιδόσεις µπορούν να γίνονται και µε ηλεκτρονικά µέσα, εφόσον τα προς επίδοση έγγραφα φέρουν προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 του π.δ. 150/2001 (Α΄ 125). Τα προς επίδοση έγγραφα που υποβλήθηκαν µε ηλεκτρονικά µέσα θεωρείται ότι επιδόθηκαν, εφόσον επιστραφεί στο δικαστήριο από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη, που φέρει προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και ισχύει ως έκθεση επίδοσης».


2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του π.δ/τος 1225/1981 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής

Προγενέστερο κείμενο

Ανασταλτικόν αποτέλεσμα εφέσεως

1. Η Ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως εκτός εάν άλλως ειδικώς ορίζεται υπό του νόμου.

Επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου δύναται να διαταχθή η αναστολή δι' αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή επί της εφέσεως.

Η αίτησις δέον να διαλαμβάνη τους κατά την συγκεκριμένην περίπτωσιν δυναμένους να δικαιολογήσουν την αναστολήν ειδικούς λόγους.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αίτησις αναστολής είναι απαράδεκτος αν δεν αποδεικνύεται ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως υπό του αιτούντος και είναι: εκκρεμής έφεσις κατά της πράξεως ή αποφάσεως της οποίας διώκεται η αναστολή εκτελέσεως.

3. Ασκηθείσης εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία του εκδόντος την πράξιν ή απόφασιν οργάνου.

 

     Προτεινόμενο κείμενο

Ανασταλτικόν αποτέλεσμα εφέσεως

1. Η Ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως εκτός εάν άλλως ειδικώς ορίζεται υπό του νόμου.

Επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου δύναται να διαταχθή η αναστολή δι' αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή επί της εφέσεως.

Η αίτησις δέον να διαλαμβάνη τους κατά την συγκεκριμένην περίπτωσιν δυναμένους να δικαιολογήσουν την αναστολήν ειδικούς λόγους.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αίτησις αναστολής είναι απαράδεκτος αν δεν αποδεικνύεται ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως υπό του αιτούντος και είναι: εκκρεμής έφεσις κατά της πράξεως ή αποφάσεως της οποίας διώκεται η αναστολή εκτελέσεως. «Επίσης η αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως απαράδεκτη εάν µέχρι την συζήτηση αυτής δεν προσκοµισθεί από τον εκάστοτε αιτούντα, αποδεικτικό καταβολής παραβόλου, το οποίο ορίζεται ίσο µε είκοσι ευρώ και επιστρέφεται στον αιτούντα σε περίπτωση µερικής ή στο σύνολο αποδοχής αυτής»

3. Ασκηθείσης εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία του εκδόντος την πράξιν ή απόφασιν οργάνου. 


4. Η συζήτηση της υπόθεσης ολοκληρώνεται σε μία μόνο δικάσιμο και δεν επιτρέπεται η αναβολή της συζήτησης για οποιοδήποτε λόγο, ούτε η παραπομπή της υπόθεσης στην τακτική διαδικασία (άρθρο 424 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).

Προγενέστερο κείμενο

Συζήτηση

Ως προς τα υπόλοιπα η συζήτηση στο ακροατήριο γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κώδικα. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι το έγκλημα δεν έχει καταληφθεί επ' αυτοφώρω, ή ότι, ακόμη και ύστερα από την αναβολή που έδωσε σύμφωνα με το άρθρο 423 παρ. 2, οι αποδείξεις δεν είναι επαρκείς, παραπέμπει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος που κρατείται ή κρατείται προσωρινά παραπέμπεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ασκεί τα δικαιώματα που του παρέχονται από τα άρθρα 243 παρ. 2, 245 και 246 παρ. 3.


     Προτεινόμενο κείμενο

Συζήτηση

Ως προς τα υπόλοιπα η συζήτηση στο ακροατήριο γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κώδικα. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι το έγκλημα δεν έχει καταληφθεί επ' αυτοφώρω, ή ότι, ακόμη και ύστερα από την αναβολή που έδωσε σύμφωνα με το άρθρο 423 παρ. 2, οι αποδείξεις δεν είναι επαρκείς, παραπέμπει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος που κρατείται ή κρατείται προσωρινά παραπέμπεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ασκεί τα δικαιώματα που του παρέχονται από τα άρθρα 243 παρ. 2, 245 και 246 παρ. 3.

Η συζήτηση της υπόθεσης ολοκληρώνεται σε μία μόνο δικάσιμο και δεν επιτρέπεται η αναβολή της συζήτησης για οποιοδήποτε λόγο, ούτε η παραπομπή της υπόθεσης στην τακτική διαδικασία (άρθρο 424 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).


Μετά το άρθρο 108 του π.δ/τος 1225/1981 προστίθεται άρθρο 108 Α, ως εξής:

1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθηµα ή µέσο ενώπιον οποιουδήποτε Τµήµατος, µπορεί να εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιον της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου µε πράξη τριµελούς Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο, ή τον νόµιµο αναπληρωτή του, σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση εκκρεµεί ενώπιον του Τµήµατος  στο οποίο προεδρεύει, και τον Πρόεδρο του Τµήµατος στο οποίο εκκρεµεί το ένδικο βοήθηµα ή µέσο, κατόπιν αιτήµατος ενός των διαδίκων, όταν µε αυτό τίθεται νοµικό ζήτηµα ιδιαίτερης σηµασίας ή γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή που δηµοσιεύεται σε δύο εφηµερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναβολή εκδίκασης των εκκρεµών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτηµα. Στη δίκη δικαιούται να παρέµβει οποιοσδήποτε είναι ήδη διάδικος σε εκκρεµή δίκη, στην οποία το ζήτηµα αυτό τίθεται. Μετά την επίλυσή του, η Ολοµέλεια µπορεί να παραπέµπει το ένδικο βοήθηµα ή µέσο στο αρµόδιο Τµήµα, προς περαιτέρω εξέταση. Η απόφαση της Ολοµέλειας δεσµεύει τους διαδίκους της ενώπιόν της δίκης, περιλαµβανοµένων και των τυχόν παρεµβάντων. 

2. Όταν Τµήµα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιλαµβάνεται υπόθεσης στην οποία ανακύπτει νοµικό ζήτηµα ιδιαίτερης σηµασίας ή γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων  ή όταν το Τµήµα κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόµου αντίκειται σε διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, χωρίς το ζήτηµα αυτό να έχει κριθεί µε προηγούµενη απόφαση της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και µε την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 100 του Συντάγµατος, δύναται µε απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα µέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτηµα στην Ολοµέλεια. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της προηγουµένης παραγράφου εφαρµόζονται αναλόγως. Η απόφαση της Ολοµέλειας είναι υποχρεωτική για το Τµήµα που υπέβαλε το ερώτηµα και δεσµεύει τους τυχόν ενώπιόν της παρεµβάντες. 

3. Εκκρεµείς υποθέσεις ενώπιον των Τµηµάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις οποίες τίθεται νοµικό ζήτηµα για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί, κατά την εκδίκαση οµοειδών υποθέσεων, η Ολοµέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, µε αµετάκλητη δικαστική απόφαση, δύνανται να εισάγονται ενώπιον δικαστικού σχηµατισµού, ο οποίος απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Τµήµατος αυτού, τον αρχαιότερο Σύµβουλο και ένα Σύµβουλο αυτού ως εισηγητή.  Ο δικαστικός αυτός σχηµατισµός  αποφαίνεται επ’ αυτών µε οµόφωνη απόφασή του που λαµβάνεται σε συµβούλιο. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους, οι οποίοι µπορούν, µε αίτησή τους που κατατίθεται στη γραµµατεία του ∆ικαστηρίου, εντός προθεσµίας τριάντα (30) ηµερών από την κοινοποίηση,  να ζητήσουν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, συµπληρώνοντας τις τυχόν τυπικές ελλείψεις του δικογράφου της έφεσης (έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την έφεση δικηγόρο, παράβολο) και καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο, εφόσον υπέχει τέτοια υποχρέωση, τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόµενο. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συµβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση στην Τµήµα. Εάν και µετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η έφεση απορριφθεί, ο διάδικος που την προκάλεσε µπορεί, κατ΄ εκτίµηση του ∆ικαστηρίου, να καταδικασθεί να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο έως το τριπλάσιο της δικαστικής δαπάνης, η οποία καταλογίζεται µε βάση το άρθρο 275 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας.


1. Μετά το άρθρο 110 του π.δ. 1225/1981 ( Α΄ 304) προστίθεται άρθρο 110 Α , ως εξής:

1. Μέσα σε τριάντα ηµέρες από την άσκηση αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το Δηµόσιο, το αναιρεσείον, µε επιµέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου ή αρµόδιου διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αποστέλλει στο Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλόµενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεµπιπτουσών δικών, καθώς και των υποµνηµάτων των διαδίκων.

2. Το κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν. 3900/2010 ( Α΄ 213) αρµόδιο όργανο του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, µέσα σε τρεις µήνες από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, εκφράζει τη γνώµη του για το παραδεκτό και το βάσιµο τουλάχιστον ενός, από τους λόγους της, λαµβάνοντας υπόψη και τη νοµολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αν µέσα στη προθεσµία αυτή, το αναιρεσείον δεν καταθέσει στη γραµµατεία του δικαστηρίου, κυρωµένο αντίγραφο θετικής γνώµης, ή καταθέσει κυρωµένο αντίγραφο αρνητικής γνώµης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και τίθεται στο αρχείο µε πράξη του Προέδρου. Η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση µόνον ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και τους προσθέτους λόγους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώµη του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρµόζονται επί αιτήσεων που ασκούνται µετά την πάροδο ενός µηνός από την δηµοσίευση της απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 3900/2010 στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.


Μετά το άρθρο 117 του π.δ/τος 1225/1981, προστίθεται άρθρο 117 Α, ως εξής:

Άρθρο 117 Α :
Προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιµα ένδικα µέσα

1. ∆ικαστικός σχηµατισµός που συγκροτείται από τον Πρόεδρο της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και απαρτίζεται από τον ίδιο ή το νόµιµο αναπληρωτή του, έναν Αντιπρόεδρο και ένα Σύµβουλο, ως εισηγητή, µπορεί µε οµόφωνη απόφασή του που λαµβάνεται σε συµβούλιο να απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης που είναι προδήλως απαράδεκτες ή αβάσιµες ή όταν µε αυτές προβάλλονται λόγοι που κατά πάγια νοµολογία της Ολοµέλειας του ∆ικαστηρίου κρίνονται αβάσιµοι. Με την απόφαση αυτή απορρίπτεται και η τυχόν εκκρεµής αίτηση αναστολής.  
2. Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε την αίτηση αναίρεσης. Ο τελευταίος µπορεί, µε αίτησή του που κατατίθεται στη γραµµατεία του ∆ικαστηρίου, εντός προθεσµίας τριάντα (30) ηµερών από την κοινοποίηση,  να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, συµπληρώνοντας τις τυχόν τυπικές ελλείψεις της αίτησής του (έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο, παράβολο) και καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο, εφόσον υπέχει τέτοια υποχρέωση, τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόµενο. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συµβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση στην Ολοµέλεια.      
3. Εάν και µετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η αίτηση αναίρεσης απορριφθεί, ο διάδικος που την προκάλεσε µπορεί, κατ΄ εκτίµηση του ∆ικαστηρίου, να καταδικασθεί να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο έως το τριπλάσιο της δικαστικής δαπάνης, η οποία καταλογίζεται µε βάση το άρθρο 275 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας.  
4. Στον δικαστικό σχηµατισµό της παραγράφου 1 δεν δύνανται να µετέχουν µέλη της Ολοµέλειας τα οποία µετείχαν στη σύνθεση του Τµήµατος που εξέδωσε την προσβαλλόµενη µε την αίτηση αναίρεσης απόφαση.  


Μετά το άρθρο 63 του π.δ/τος 774/1980 προστίθεται άρθρο 63 Α, ως εξής

 1. Ένσταση ασκηθείσα, κατά τις διατάξεις του προηγούµενου άρθρου ενώπιον του αρµόδιου Κλιµακίου, δύναται να εισαχθεί για εξέταση στην ∆ιοικητική Ολοµέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, µε πράξη τριµελούς Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του Κλιµακίου στο οποίο εκκρεµεί η ένσταση, κατόπιν αιτήµατος ενός των ενδιαφερόµενων µερών, όταν µε αυτήν τίθεται νοµικό ζήτηµα ιδιαίτερης σηµασίας ή γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή, που δηµοσιεύεται σε δύο εφηµερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναβολή εξέτασης των εκκρεµών ενώπιον του Κλιµακίου υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτηµα. Στη δίκη δικαιούται να παρέµβει κάθε ενδιαφερόµενος που έχει ήδη ασκήσει ένσταση ενώπιον του Κλιµακίου, µε την οποία τίθεται το ίδιο ζήτηµα. Μετά την επίλυση του ζητήµατος, η Ολοµέλεια παραπέµπει την ένσταση στο αρµόδιο Κλιµάκιο. Η απόφαση της Ολοµέλειας δεσµεύει τους διαδίκους της ενώπιόν της δίκης, περιλαµβανοµένων των τυχόν παρεµβάντων. 

2. Όταν το Κλιµάκιο επιλαµβάνεται ένστασης, µε την οποία τίθεται νοµικό ζήτηµα ιδιαίτερης σηµασίας ή  γενικότερου ενδιαφέροντος  που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ή κατά την εξέταση της ένστασης το Κλιµάκιο κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόµου είναι αντισυνταγµατική ή αντίθετη σε άλλη υπερνοµοθετικής ισχύος διάταξη, χωρίς το ζήτηµα αυτό να έχει κριθεί µε προηγούµενη απόφαση της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύναται µε πράξη του, που δεν υπόκειται σε ένδικα µέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτηµα στην ∆ιοικητική Ολοµέλεια. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται αναλόγως. Η απόφαση της Ολοµέλειας είναι υποχρεωτική για το Κλιµάκιο που υπέβαλε το ερώτηµα και δεσµεύει τους ενώπιόν της παρεµβάντες. Μετά την επίλυση του ζητήµατος η Ολοµέλεια παραπέµπει την ένσταση προς το αρµόδιο Κλιµάκιο, εφόσον καταλείπεται έδαφος προς περαιτέρω εξέταση.

3.  Σε υποθέσεις στις οποίες τίθεται νοµικό ζήτηµα για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί, κατά την εκδίκαση οµοειδών υποθέσεων, η Ολοµέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή το Ανώτατο Ειδικό ∆ικαστήριο, το Κλιµάκιο δύναται να αποφαίνεται επί της ενστάσεως µε συνοπτικά αιτιολογηµένη πράξη. Ύστερα από σχετική πράξη του Προέδρου, επιτρέπεται  η ενιαία απόφανση µε την ίδια πράξη επί περισσότερων ενστάσεων, εφόσον τίθενται όµοια ζητήµατα µε αυτές ή πρόκειται περί προσώπων που συνδέονται µε τον δεσµό της οµοδικίας.


Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του π.δ. 774/1980 αντικαθίσταται ως εξής:

Προγενέστερο κείμενο

Αρμοδιότης του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


1.[ʼρθρον 8 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 1 και 18 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρον 7 παρ. 1 Ν.968/79, (ʼρθρον 8 παρ.1 και 11 παρ. 2 Δ.Κωδ.1954)] Το Ελεγκτικόν Συνέδριον:
Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον επί των εξόδων του Κράτους, ως και επί των διά νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων εκάστοτε Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.
2.[ʼρθρον 8 παρ. 5 Ν.Δ.4/6.7.23, ʼρθρα 1,7 και 17 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρον 10 παρ. 1 και άρθρ. 15 Ν.968/79, ʼρθρα 26-28 Ν.992/79, ʼρθρον 8 παρ. 5 και 11 παρ. 2 Δ. Κωδ.1954)]
Ασκεί κατασταλτικόν έλεγχον: α) επί των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των Αυτοδιοικουμένων Οργανισμών, ως και πάσης Δημοσίας Υπηρεσίας, μη ωργανωμένςη μεν εις ίδιον Νομικόν Πρόσωπον, λειτουργούσης όμως εν αποκεντρώσει από του Δημοσίου Προϋπολογισμού, είτε υπό ιδίαν Διοίκησιν, είτε ως ειδικός λογαριασμός, β)επί του διά της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν.992/79 συσταθέντος εκτός κρατικού προϋπολογισμού λογαριασμού υπό την ονομασίαν "Ειδικός Λογαριασμός εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων" και γ)επί των κατ' εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Ν.992/79 υπαγομένων εις τον κατασταλτικόν έλεγχον αυτού πάσης φύσεως δαπανών, αι οποίαι πραγματοποιούνται υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, εκ πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3.[ʼρθρον 8 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 16 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 2 Δ.Κωδ.1954)]
Παρακολουθεί τα έσοδα του Κράτους
4.[ʼρθρον 8 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 11 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 3 Δ.Κωδ.1954)]
Αποφαίνεται επί του απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους.
5.[ʼρθρον 8 παρ. 4 Ν.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρον 8 παρ. 4 Δ.Κωδ.1954)] Εποπτεύει τους Δημοσίους υπολόγους καθ' όσον αφορά εις το Δημόσιον Λογιστικόν.
6.[ʼρθρον 8 παρ. 6 Ν.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρον 8 παρ. 5 Δ.Κωδ.1954)] Εποπτεύει επί των κατά τους κειμένους νόμους εγγυήσεων των Δημοσίων υπαλλήλων.
7.[ʼρθρον 2 Ν.Δ. 16/1/26, ʼρθρον 13 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 7 Δ.Κωδ.1954)]
Αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων διά πάσαν απάλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή παραστατικών στοιχείων πληρωμής πάσης φύσεως.
8.[ʼρθρον 5 παρ. 1 Ν.4448/1964]
Κρίνει τας ενστάσεις κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμών αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως.
9.[ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 9 Δ.Κωδ.1954)]
Γνωμοδοτεί συμφώνως τω άρθρω 73 παρ. 2 του Συντάγματος επί των προτάσεων Νόμων, δι' ων σκοπείται η τροποποίησις των περί συντάξεων Νόμων, η απονομή συντάξεως ή η ανγνώρισις υπηρεσίας ως παρεχούσης δικαίωμα προς σύνταξιν, εφ' όσον η σύνταξις βαρύνει το Δημόσιον Ταμείον ή τον προϋπολογισμόν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
10.[ʼρθρον 8 παρ. 9 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 9 Δ.Κωδ.1954)]
Γνωμοδοτεί επί των παρά των Υπουργών τιθεμένων θεμάτων, εφ'όσον δεν ήθελε κατά την κρίσιν του θεωρηθή ότι η ζητουμένη γνώμη του αποτελεί πρόκριμα των πράξεων ή των δικαστικών του αποφάσεων.
11.[ʼρθρον 8 παρ. 10 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, ʼρθρον 42 Ν.Δ. 1140/72, ʼρθρον 39 Ν.Δ. 496/74, ʼρθρον 123 Π.Δ. 933/75, ʼρθρον 16 παρ. 1 Ν.993/79, (ʼρθρον 8 παρ. 12 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει απί της αστικής ευθύνης:α)των Δημοσίων υπαλλήλων διά πάσαν εκ δόλου ή αμελείας επελθούσαν εις το Δημόσιον θετικήν ζημίαν, β)των Υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των υπαγομένων εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 και γ)των Υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως.
12.[ʼρθρον 8 παρ. 11 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 13 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει τας εγειρομένας αμφισβητήσεις εκ του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων.
13.[ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 15 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει τας κατά τας κειμένας διατάξεις υπαχθείσας εις την αρμοδιότητα αυτού εφέσεις κατά των καταλογιστικών αποφάσεων εκδιδομένων παρά των Υπουργών ή των επί τούτω εντεταλμένων συλλογικών ήμη οργάνων της διοικήσεως, επί διαχειρίσεως υλικού ή χρηματικού του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εν γένει.
14.[ʼρθρον 1-4 και 7 παρ. 2 Α.Ν. 599/68, (ʼρθρον 8 παρ. 13 Δ.Κωδ.1954) Δικάζει τας εφέσεις: α)Κατά των πράξεων του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β)κατά των πράξεων Κανονισμού συντάξεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών (Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), γ)κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Ελέγχου πράξεων του άρθρου 1 του Α.Ν. 599/1968 και δ)κατά των πράξεων της Επιτροπής του άρθρου 4 του αυτού Α.Ν. 599/1968.
15.[ʼρθρον 58 Ν.Δ. 3033/54]
Δικάζει τας εφέσεις κατά των καταλογιστικών, συμφώνως τω άρθρω 58 του Ν.Δ. 3033/1954, αποφάσεων των Νομαρχών.
16.[ʼρθρον 129 Ν.Δ. 2888/54, ʼρθρον 123 Π.Δ. 933/75]
Δικάζει τας κατά το άρθρον 129 του Ν.Δ. 2888/54, αιτήσεις προς καταλογισμόν ζημίας Δήμου ή Κοινότητος.
17.[ʼρθρον 9 Π.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρον 9 παρ. 2 Δ.Κωδ.1954)]
Εκτελεί επίσης και τα δι'άλλων νόμων ανατεθειμένα αυτώ καθήκοντα.

     Προτεινόμενο κείμενο

Αρμοδιότης του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


1.[ʼρθρον 8 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 1 και 18 Ν.Δ. 1265/72, ʼρθρον 7 παρ. 1 Ν.968/79, (ʼρθρον 8 παρ.1 και 11 παρ. 2 Δ.Κωδ.1954)] Το Ελεγκτικόν Συνέδριον:
Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον επί των εξόδων του Κράτους, ως και επί των διά νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων εκάστοτε Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.
«2. Από το Ελεγκτικό Συνέδριο διεξάγεται υποχρεωτικά κατασταλτικός έλεγχος όλων των λογαριασµών ή των απολογισµών  των κάθε είδους φορέων της γενικής κυβέρνησης καθώς και του εκτός κρατικού προϋπολογισµού λογαριασµού µε την ονοµασία «Ειδικός Λογαριασµός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων» του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 992/1979. Επίσης κατασταλτικά ελέγχονται φορείς κάθε είδους που καθ’ οιονδήποτε τρόπο έλαβαν χρηµατοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισµό.»  
3.[ʼρθρον 8 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 16 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 2 Δ.Κωδ.1954)]
Παρακολουθεί τα έσοδα του Κράτους
4.[ʼρθρον 8 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 11 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 3 Δ.Κωδ.1954)]
Αποφαίνεται επί του απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους.
5.[ʼρθρον 8 παρ. 4 Ν.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρον 8 παρ. 4 Δ.Κωδ.1954)] Εποπτεύει τους Δημοσίους υπολόγους καθ' όσον αφορά εις το Δημόσιον Λογιστικόν.
6.[ʼρθρον 8 παρ. 6 Ν.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρον 8 παρ. 5 Δ.Κωδ.1954)] Εποπτεύει επί των κατά τους κειμένους νόμους εγγυήσεων των Δημοσίων υπαλλήλων.
7.[ʼρθρον 2 Ν.Δ. 16/1/26, ʼρθρον 13 Ν.Δ. 1265/72, (ʼρθρον 8 παρ. 7 Δ.Κωδ.1954)]
Αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων διά πάσαν απάλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή παραστατικών στοιχείων πληρωμής πάσης φύσεως.
8.[ʼρθρον 5 παρ. 1 Ν.4448/1964]
Κρίνει τας ενστάσεις κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμών αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως.
9.[ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 9 Δ.Κωδ.1954)]
Γνωμοδοτεί συμφώνως τω άρθρω 73 παρ. 2 του Συντάγματος επί των προτάσεων Νόμων, δι' ων σκοπείται η τροποποίησις των περί συντάξεων Νόμων, η απονομή συντάξεως ή η ανγνώρισις υπηρεσίας ως παρεχούσης δικαίωμα προς σύνταξιν, εφ' όσον η σύνταξις βαρύνει το Δημόσιον Ταμείον ή τον προϋπολογισμόν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
10.[ʼρθρον 8 παρ. 9 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 9 Δ.Κωδ.1954)]
Γνωμοδοτεί επί των παρά των Υπουργών τιθεμένων θεμάτων, εφ'όσον δεν ήθελε κατά την κρίσιν του θεωρηθή ότι η ζητουμένη γνώμη του αποτελεί πρόκριμα των πράξεων ή των δικαστικών του αποφάσεων.
11.[ʼρθρον 8 παρ. 10 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, ʼρθρον 42 Ν.Δ. 1140/72, ʼρθρον 39 Ν.Δ. 496/74, ʼρθρον 123 Π.Δ. 933/75, ʼρθρον 16 παρ. 1 Ν.993/79, (ʼρθρον 8 παρ. 12 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει απί της αστικής ευθύνης:α)των Δημοσίων υπαλλήλων διά πάσαν εκ δόλου ή αμελείας επελθούσαν εις το Δημόσιον θετικήν ζημίαν, β)των Υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των υπαγομένων εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 και γ)των Υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως.
12.[ʼρθρον 8 παρ. 11 Ν.Δ. 4/6.7.23, ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 13 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει τας εγειρομένας αμφισβητήσεις εκ του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων.
13.[ʼρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53, (ʼρθρον 8 παρ. 15 Δ.Κωδ.1954)]
Δικάζει τας κατά τας κειμένας διατάξεις υπαχθείσας εις την αρμοδιότητα αυτού εφέσεις κατά των καταλογιστικών αποφάσεων εκδιδομένων παρά των Υπουργών ή των επί τούτω εντεταλμένων συλλογικών ήμη οργάνων της διοικήσεως, επί διαχειρίσεως υλικού ή χρηματικού του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εν γένει.
14.[ʼρθρον 1-4 και 7 παρ. 2 Α.Ν. 599/68, (ʼρθρον 8 παρ. 13 Δ.Κωδ.1954) Δικάζει τας εφέσεις: α)Κατά των πράξεων του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β)κατά των πράξεων Κανονισμού συντάξεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών (Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), γ)κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Ελέγχου πράξεων του άρθρου 1 του Α.Ν. 599/1968 και δ)κατά των πράξεων της Επιτροπής του άρθρου 4 του αυτού Α.Ν. 599/1968.
15.[ʼρθρον 58 Ν.Δ. 3033/54]
Δικάζει τας εφέσεις κατά των καταλογιστικών, συμφώνως τω άρθρω 58 του Ν.Δ. 3033/1954, αποφάσεων των Νομαρχών.
16.[ʼρθρον 129 Ν.Δ. 2888/54, ʼρθρον 123 Π.Δ. 933/75]
Δικάζει τας κατά το άρθρον 129 του Ν.Δ. 2888/54, αιτήσεις προς καταλογισμόν ζημίας Δήμου ή Κοινότητος.
17.[ʼρθρον 9 Π.Δ. 4/6.7.23, (ʼρθρ